Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 52

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 53

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 54

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 55

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 56

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 57

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 58
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ no image

Published on 17 Ιουλίου, 2014 | by eaals

0

Συνοπτική παράθεση των υπ’ αριθ. 2192 εως και 2196/2014 αποφάσεων της Ολ. ΣτΕ

ΦΑΙΗ ΤΖΩΡΑ- ΜΩΡΑΚΗ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

ΣΟΛΩΝΟΣ 73 & ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ,ΑθΗνα 106 79 –

Τηλ:(210)3606024-25, 3606039, FAX:(210)3606085

 

 Αθήνα, 4 Ιουλίου 2014

Μεγάλος θόρυβος έχει δημιουργηθεί τις τελευταίες ημέρες από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για το θέμα των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες ακυρώνουν, όπως αναφέρεται στα δημοσιεύματα, τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.  Τα ίδια αυτά δημοσιεύματα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα δημοσιονομικά του κράτους, διότι «το συνολικό κόστος, εφόσον πολλές από τις εκκρεμείς δίκες οδηγήσουν σε αρνητικό για την Κυβέρνηση αποτέλεσμα, υπολογίζεται ότι θα αγγίξει το ένα δις ευρώ, καθώς, μόνον οι αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί παράγουν δημοσιονομική δαπάνη της τάξεως των 400 εκατ. Ευρώ».  Αναφέρεται, επίσης, στα ίδια δημοσιεύματα ότι η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τους δημοσίους λειτουργούς και προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος έχει εκτιμώμενο κόστος που αγγίζει, μαζί με τα αναδρομικά τα 150 εκατ. Ευρώ (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννα Μάνδρου στην Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, φύλλο της Κυριακής 29 Ιουνίου 2014).

Από αρχής να ξεκαθαρίσω ότι όλα τα παραπάνω και ανάλογα δημοσιεύματα δίνουν μία υπερβολική εικόνα σε σχέση με το πραγματικό που παρήχθη από τις πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ και έχω την αίσθηση ότι είναι μεθοδευμένα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν άλλες σκοπιμότητες.  Για να σχηματισθεί μία πληρέστερη και ακριβής άποψη, θα πρέπει να αναφερθούμε πρώτα αναλυτικά στις προσφάτως (από 13 Ιουνίου 2014) δημοσιευθείσες αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ, με αριθμούς 2192 έως και 2196/2014, οι οποίες έχουν ταυτόσημο αιτιολογικό και καταλήγουν σε σχεδόν ίδιο (διαφοροποιημένο μόνο σε σχέση με έκαστο των διαδίκων) διατακτικό.

 

Ι.       Συνοπτική παράθεση των υπ’ αριθ. 2192 έως και 2196/2014 αποφάσεων της Ολ ΣτΕ

Η πρώτη από τις ανωτέρω αποφάσεις (2192/2014), που εξεδόθη κατόπιν αιτήσεως των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού (Ε.Α.Α.Σ.), Αξιωματικών Ναυτικού (Ε.Α.Α.Ν.), Αξιωματικών Αεροπορίας (Ε.Α.Α.Α.) κ.λπ. αφορά τους απόστρατους αξιωματικούς και ανθυπασπιστές των ενόπλων δυνάμεων.  Αντίστοιχα, η υπ’ αριθμ. 2193/2014 αφορά τους εν ενεργεία στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων (αιτούντες ήταν η «Ένωση Στρατιωτικών Περιφερείας Αττικής» κ.λπ.), η υπ’ αριθμ. 2194/2014 αφορά τους αστυνομικούς υπαλλήλους της ΕΛ.ΑΣ. (αιτούντες ήταν η «Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων – Π.Ο.ΑΣ.Υ.» κ.λπ.), η υπ’ αριθμ. 2195/2014 αφορά τους Αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ. (αιτούντες ήταν η «Πανελλήνια Ομοσπονδία Αξιωματικών Αστυνομίας – Π.Ο.ΑΞΙ.Α.» κ.λπ.) και τέλος η υπ’ αριθμ. 2196/2014 αφορά το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος (αιτούντες ήταν η «Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος – Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ.» κ.λπ.).

Να σημειωθεί ότι οι παραπάνω αιτήσεις ακυρώσεως στρέφονταν κατά της υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/0022/14-11-2012 (ΦΕΚ 3017/Β/14-11-2012) αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Χρ. Σταϊκούρα), με τίτλο «Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α/12-11-2012)».  Ειδικά για την υπ’ αριθμ. ΟλΣτΕ 2192/2012 απόφαση, που αφορά τους αποστράτους, η αίτηση ακυρώσεως επί της οποίας εξεδόθη στρεφόταν, επιπλέον, και εναντίον της υπ’ αριθμ. οικ.2/85127/0022/22-11-2012 πράξεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με θέμα «Κοινοποίηση Μισθολογικών Διατάξεων», καθ’ ο μέρος δι’ αυτής κοινοποιήθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, η διάταξη της περιπτώσεως 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, η οποία αφορά στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.  Για την τελευταία αυτή πράξη, το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι συνιστά απλή ερμηνευτική εγκύκλιο επομένως στερείται εκτελεστότητας και για το λόγο αυτό απέρριψε την προσβολή της ως απαράδεκτη, αρνούμενο να την εξετάσει κατ’ ουσίαν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πολυσέλιδο αιτιολογικό του, επισημαίνει και εξαίρει την αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων και των ενόπλων Σωμάτων Ασφαλείας (Σκέψη 11), αναγνωρίζει δε την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως τους ως απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις του Συντάγματος, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας της αποστολής τους, που αντανακλάται στις συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.3 του Συντάγματος).  Στις Σκέψεις 15 και 16, το Στε παραθέτει αναλυτικά όλες τις θεσπισθείσες με το Ν. 4093/2012 μειώσεις και μεταβολές στις αποδοχές των στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, για να καταλήξει, στη Σκέψη 17 ότι ο νομοθέτης εφάρμοσε συλλήβδην ένα καθαρά αριθμητικό κριτήριο για τις μειώσεις, που «δεν έλαβε υπόψη τη σημασία της αποστολής των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και τις ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως των καθηκόντων των στελεχών τους, ούτε ελήφθησαν υπόψη οι επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις στη λειτουργία των ενόπλων αυτών σωμάτων, ούτε αν οι εκ των μειώσεων προερχόμενες επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος που θα προκύψει, ούτε, τέλος, αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας». 

Επίσης, το Δικαστήριο αναφέρεται εκτενέστατα, στη Σκέψη 20, στις μειώσεις που επήλθαν στις αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας από τη δημοσίευση του Ν. 3833/2010 (ΦΕΚ 40/Α/15-03-2010) έως την αναδρομική από 01-08-2012 μείωση του Ν. 4093/2012, ενώ κάνει ιδιαίτερη μνεία για το σύνολο των μειώσεων που έχουν υποστεί οι απόστρατοι.  Επίσης, γίνεται αναφορά  και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας.

Κατόπιν των ανωτέρω, αναλυτικά εκτεθέντων, το Δικαστήριο διατυπώνει τη νομική σκέψη ότι (βλ. Σκέψη 21) «Δεν εξετάσθηκε αν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης τους και ανάλογες της αποστολής τους», καταλήγοντας, στη Σκέψη 23 ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και, μάλιστα, αναδρομικώς από 01-08-2012, καθώς και της απολύτου συναφούς προς αυτές διατάξεως της περιπτώσεως 37, αντίκεινται προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών (Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας) καθώς και προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ. 4. 

 

Θεμελιωμένο στο παραπάνω εξαίρετο και εμπεριστατωμένο αιτιολογικό, το διατακτικό της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταλήγει στην ακύρωση της υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012), με τίτλο ‘Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α’/12-11-2012)’.  Η ακυρωθείσα υπουργική απόφαση δεν αφορά τη μείωση των αποδοχών και συντάξεων εν συνόλω, αλλά ρυθμίζει μόνο τα της σταδιακής εισπράξεως (μέσω της παρακράτησης από τη μισθοδοσία ή σύνταξη των μηνών Ιανουαρίου έως Δεκεμβρίου 2013) των ποσών που μειώθηκαν αναδρομικά (δηλαδή από 01-08-2012 έως 31-12-2012) και χαρακτηρίστηκαν ως «αχρεωστήτως καταβληθέντα».  Ωστόσο, το Δικαστήριο, για να μην καταλειφθεί αμφιβολία περί του διατακτικού του, διευκρινίζει ότι ακυρώνει την προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση «καθ΄ ό μέρος αφορά την αναδρομική από 01-08-2012 μείωση των συντάξεων των αποστράτων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων, συνεπεία της οποίας υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν συντάξιμες αποδοχές που τις είχαν ήδη εισπράξει, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες».

 

ΙΙ.  Προοπτικές ως προς την εφαρμογή από τη διοίκηση των ανωτέρω αποφάσεων της ΟλΣτΕ

Έως πρόσφατα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακολουθούσε την άποψη ότι «η περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της».  Με την παραπάνω αιτιολογία, η Ολομέλεια του ΣτΕ, με την υπ’ αριθ. 668/2012 απόφασή της (για το ΜΝΗΜΟΜΙΟ Ι), επικύρωσε τα μέτρα που ελήφθησαν με τους Νόμους 3833/2010 και 3845/2010, ως προδήλως πρόσφορα  και αναγκαία για την αντιμετώπιση της κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως.  Έκρινε, τοιουτοτρόπως, ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε περαιτέρω στο άρθρο 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία, αλλά ούτε και στην αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης, εφ’ όσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεων και δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η διαφοροποίηση αυτών αναλόγως με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες. 

Ήδη, σήμερα, το Δικαστήριο είχε την παρρησία να αποστεί από την προηγούμενη κρίση του και να διαπιστώσει τα αυτονόητα, ότι δηλαδή η κατ΄ επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί συνταγματικά, με επίκληση λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος.  Το Δικαστήριο παρατηρεί (προφανώς για να εναρμονιστεί με την προηγούμενη απόφασή του) ότι «το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των Ν. 3833/2010 και 3845/2010» και ότι «αν συνυπολογισθούν οι υπόλοιπες μειώσεις που επεβλήθησαν διαδοχικώς στους στρατιωτικούς, και οι αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού αποτελέσματός τους και της εκτάσεώς τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης και της αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών αλλαγών και εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών».  Εστιάζει επιπλέον στην πρόσθετη (διπλή) μείωση που έχουν υποστεί οι απόστρατοι.  Έτσι, στη Σκέψη 23 αναγνωρίζεται ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και, μάλιστα, αναδρομικώς από 1-8-2012, καθώς και της απολύτου συναφούς προς αυτές διατάξεως της περιπτώσεως 37, αντίκεινται προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών (Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας) καθώς και προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ. 4.

Δηλαδή, ως αντισυνταγματικές εκλαμβάνονται μόνον εκείνες οι διατάξεις του Ν. 4093/2012 που αφορούν τον προσδιορισμό του βασικού μισθού του Ανθυπολοχαγού και των αντιστοίχων, οι συντελεστές προσδιορισμού των βασικών μισθών, τα επιδόματα Εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, Ειδικής απασχόλησης, Θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης, Έξοδα παράστασης, Ευθύνης Διοίκησης Διεύθυνσης, Αυξημένης υπηρεσιακής ετοιμότητας μονάδων, Ειδικών συνθηκών και ειδικά για το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος νυχτερινής απασχόλησης.  Ούτε λοιπόν στο αιτιολογικό της απόφασης διαλαμβάνεται κρίση για την αντισυνταγματικότητα των λοιπών διατάξεων του Ν. 4093/2012, όπως εν προκειμένου για την ποσοστιαία μείωση (διπλή) στις συντάξεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου Β’, υποπαραγράφου Β3 περ. α του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012.  Τούτο συνέβη διότι η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση στηριζόταν στις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, επομένως μόνο αυτές απετέλεσαν αντικείμενο της δίκης και της δικαστικής κρίσης.

Ακόμη στενότερο (ως προς τις έννομες συνέπειές του) είναι το διατακτικό της απόφασης, διότι αποφαίνεται και ακυρώνει την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, η οποία αφορά στον τρόπο είσπραξης των αναδρομικών κρατήσεων και όχι στις μειώσεις στο σύνολό τους.  Κρίθηκε, δηλαδή, το έλασσον και όχι το μείζον ζήτημα (οι μειώσεις στο σύνολό τους) και τούτο διότι με αίτηση ακυρώσεως μόνο κανονιστικές πράξεις μπορούν να προσβληθούν και όχι ευθέως νόμος. 

Τι σημαίνει, όμως, πρακτικά, η έκδοση των ως άνω αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου;  Έχει γραφεί ότι με βάση τις ειρημένες αποφάσεις, το Δημόσιο υποχρεούται να επιστρέψει άμεσα και άνευ άλλης ενεργείας τα ποσά που παρακράτησε αναδρομικά, ως «αχρεωστήτως καταβληθέντα».  Επίσης, έχει γραφεί στον τύπο ότι με βάση τις ίδιες αποφάσεις, το Δημόσιο υποχρεούται να επαναφέρει τις αποδοχές των εν ενεργεία στελεχών και συνακόλουθα τις συντάξεις των αποστράτων των Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας στα επίπεδα του Ιουλίου 2012.

Ως προς το πρώτο σκέλος (δηλαδή την επιστροφή των αναδρομικώς παρακρατηθέντων), η παραπάνω άποψη είναι νομικά ορθή.  Στην πράξη, όμως, δεν είναι βέβαιο εκ προοιμίου ότι το Γενικό Λογιστήριο θα προβεί σε επιστροφή των αναδρομικών (ελλείψει, άλλωστε, των σχετικών πιστώσεων). 

Κατά την άποψή μου, οι δικαιούχοι θα πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση στο Γενικό Λογιστήριο με αίτημα την επιστροφή των «αχρεωστήτως παρακρατηθέντων», με βάση την ΟλΣτΕ 2192/2014.  Η αίτηση αυτή δεν υπόκειται σε παράβολο, ούτε έχει άλλα έξοδα για τον αιτούντα.  Ωστόσο, σε περίπτωση σιωπηρής ή ρητής απόρριψής της, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να προσφύγει με ένσταση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 68 του Ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α/51).  Σημειώνεται ότι η Επιτροπή Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, που προβλεπόταν από τον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Π.Δ. 169/2007, ΦΕΚ Α/210), καταργήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4151/2013 (ΦΕΚ Α/103).  Η προθεσμία για την άσκηση ενστάσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζεται σε εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει, είτε από την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως και εφ΄ όσον η Διοίκηση δεν απαντήσει σχετικά, είτε εναλλακτικά σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση της απάντησης του Γενικού Λογιστηρίου.  Προσωπικά, θα συνιστούσα την τελευταία λύση, προς αποφυγή πρόωρων εξόδων των αιτούντων, διότι στο μεταξύ διάστημα μπορεί να συμβούν και άλλες εξελίξεις, όπως π.χ. νεώτερη νομοθετική ρύθμιση αλλά και νομολογιακές εξελίξεις.

Ας εξετάσουμε, στη συνέχεια το δεύτερο θέμα, δηλαδή αν εκ της εκδόσεως της υπ’ αριθ. 2192/2014 απόφασης της Ολ ΣτΕ θεμελιώνεται υποχρέωση της Διοικήσεως να επαναφέρει τις αποδοχές (και συνακόλουθα τις συντάξεις) στα επίπεδα προ των μειώσεων που επέφερε ο Ν. 4093/2012.  Το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε προγενέστερες αποφάσεις του και εν Ολομελεία δέχεται ότι η Διοίκηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής ή που έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς. Κάμψη της αρχής αυτής δέχεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται ατομική διοικητική πράξη για το λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου εφ’ όσον για την ανάκλησή τους υποβληθεί στη Διοίκηση αίτηση σε εύλογο χρόνο μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως του δικαστηρίου, από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον.  Σύμφωνα με άλλη, ισχυρώς υποστηριζόμενη άποψη, οι θεσμοί της δικαστικής προσβολής διοικητικών πράξεων εντός ορισμένης προθεσμίας και του δεδικασμένου που απορρέει από τις δικαστικές αποφάσεις, καθώς και η αρχή της ασφάλειας δικαίου εμποδίζουν την επέκταση των δικαστικών αποφάσεων σε άλλες (τυχόν όμοιες) περιπτώσεις που δεν απετέλεσαν αντικείμενο της κριθείσης διαφοράς.  Με άλλα λόγια, η ως άνω διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα δεν θέτει άνευ άλλου τινός εκποδών την υπό εξέταση νομοθετική διάταξη και δεν αναμένεται να επιφέρει άμεσα αποτελέσματα.  Η άποψη αυτή δεν θα πρέπει να εκληφθεί κατ’ ουδένα τρόπο ως αρνητική κριτική για το αποτέλεσμα της υπόθεσης.  Τουναντίον, θα πρέπει να συγχαρούμε την πρωτοβουλία των Ενώσεων, που προσέφυγαν δικαστικώς και επέτυχαν την έκδοση της υπό εξέταση αποφάσεως, η οποία απομακρύνεται από την προηγούμενη κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας και ανοίγει το δρόμο για τη διεκδίκηση της επιστροφής των περικοπών. Διότι η βαρύτητα που έχει η απόφαση της Ολομελείας του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα επιδράσει ευμενώς στις αποφάσεις των λοιπών Δικαστηρίων, για όσους από τους θιγόμενους αποφασίσουν να προσφύγουν.

Αντίθετα, άμεση ισχύ αναμένεται να έχει η απόφαση της Ολομέλειας του  Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δίκασε, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης, υπόθεση αποστράτου στελέχους του Λιμενικού Σώματος κατά της πράξης αναπροσαρμογής (μείωσης) της συντάξεως του βάσει των διατάξεων του Ν. 4093/2012 (διπλή μείωση, αναδρομικά από 1-8-2013).  Τα θέματα που έχουν τεθεί με το Εφετήριο ενώπιον της Ολομελείας (τα οποία γνωρίζω καλώς, διότι είμαι η συντάξασα δικηγόρος του συγκεκριμένου δικογράφου και παραστάθηκα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως) αφορούν τόσο τη μείωση λόγω της αντίστοιχης μείωσης των αποδοχών των ενεργεία στελεχών  (υποπαράγραφος Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012), όσο και τη διπλή μείωση, βάσει των διατάξεων της παραγράφου Β’, υποπαραγράφου Β3 περ. α του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, ενώ στην κρίση του Δικαστηρίου τίθεται και το θέμα των αναδρομικών κρατήσεων.  Η απόφαση της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα δεσμεύσει και τα Τμήματά του, ενώπιον των οποίων εκκρεμούν αντίστοιχες εφέσεις άλλων θιγομένων.

Συμπερασματικά, όσοι έχουν προσφύγει με Έφεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο κατά των πράξεων αναπροσαρμογής των συντάξεών τους, δεν απαιτείται επί του παρόντος να κάνουν οποιαδήποτε άλλη ενέργεια.

Αντίθετα, όσοι έχασαν τη σχετική προθεσμία και δεν προσέφυγαν κατά της πράξεως αναπροσαρμογής της συντάξεώς τους, επιβάλλεται να υποβάλλουν, τουλάχιστον, αίτηση στο Γενικό Λογιστήριο, επικαλούμενοι την ως άνω απόφαση του ΣτΕ, διότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, ακόμη και για την ανάκληση παράνομων διοικητικών πράξεων απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου.

Πολύ περισσότερο, εφ’ όσον εκδοθεί θετική απόφαση της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όσοι δεν είχαν προσφύγει κατά των πράξεων αναπροσαρμογής των συντάξεών τους, έχουν δικαίωμα (κατά ρητή πλέον νομοθετική διάταξη και όχι βάσει γενικής αρχής του δικαίου) να υποβάλλουν αίτηση στο Γενικό Λογιστήριο για την αναπροσαρμογή της συντάξεώς τους, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 66 Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.  Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει ότι «Υποθέσεις για συντάξεις που κρίθηκαν οριστικά και τελεσίδικα με τη διαδικασία των παραγράφων 1 έως και 7 αυτού του άρθρου, μπορούν να επαναφερθούν για εξέταση σε πρώτο βαθμό με αίτηση των ενδιαφερομένων ή του Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων, εφόσον αυτοί επικαλούνται αντίθετη αμετάκλητη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδόθηκε μετά τη χρονολογία έκδοσης της οριστικής πράξης ή απόφασης, η οποία προσβάλλεται.  Η αίτηση του προηγούμενου εδαφίου υποβάλλεται, με ποινή το απαράδεκτό της, σε προθεσμία δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία μεταβάλλεται η νομολογία που αφορά το νομικό ζήτημα της υπόθεσης.  Τα οικονομικά αποτελέσματα των πράξεων ή αποφάσεων που εκδίδονται με τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσής τους».

Παράλληλα προς τις παραπάνω δυνατότητες, συντρέχει και το ένδικο βοήθημα της αγωγής για τη διεκδίκηση των περικοπών, η οποία εκδικάζεται από Δικαστήριο ουσίας, δηλαδή το Διοικητικό Πρωτοδικείο.  Μία τέτοια αγωγή θα μπορούσε να θεμελιωθεί νομικά στην παρανομία της διοικήσεως,  που έγκειται στην εφαρμογή διατάξεων που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές.  Στο σημείο αυτό, οφείλω να κάνω κάποιες επισημάνσεις:  Πρώτον ότι και στα Διοικητικά Δικαστήρια ουσίας παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση, λόγω της πληθώρας των εκκρεμών υποθέσεων.  Δεύτερον, ναι μεν η παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου έχει οριστεί (κατόπιν αμφισβητήσεων) στα δύο έτη, ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ασαφές το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής.  Κάθε δικηγόρος, από λόγους πρόνοιας και επαγγελματικής ευσυνειδησίας, θα συνιστούσε την έναρξη της παραγραφής από την 1η Αυγούστου 2012, προκειμένου να μην διακινδυνεύσει την απώλεια ποσών λόγω παραγραφής.  Από την άλλη πλευρά, βάσιμα μπορεί να υποστηριχθεί και η άποψη ότι η παραγραφή άρχεται από του χρόνου θέσεως σε ισχύ του Ν. 4093/2012, ή ακόμη από του χρόνου που εν τέλει παρακρατήθηκε η κάθε επιμέρους περικοπή.  Τρίτον, ένα αμφίσημο σημείο της ΟλΣτΕ 2192/2014 είναι η αναφερόμενη στη Σκέψη 24 γνώμη τριών Συμβούλων τα αποτελέσματα της ακύρωσης να μετατεθούν χρονικά στο επόμενο ημερολογιακό έτος (2015), αφενός για να μην ανατραπούν οι ήδη ψηφισθέντες προϋπολογισμοί και η δημοσιονομική προσαρμογή, αφετέρου για να παρασχεθεί στη Διοίκηση χρόνος για την εξέταση του ενδεχομένου λήψεως μέτρων μεταβατικού χαρακτήρα ή εναλλακτικών μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.  Κατά την ίδια άποψη, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων δεν θα πρέπει να αποτελέσει βάση αποζημιωτικών αξιώσεων για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του έτους 2015.  Οι ανωτέρω προβληματισμοί αναφέρονται, όχι για να αποτρέψουν τον κάθε ενδιαφερόμενο από την άσκηση αγωγής για τη διεκδίκηση των δικαίων του, αλλά για να προλάβουν πιθανές εσπευσμένες ενέργειες υπό το κράτος πανικού για τον κίνδυνο παραγραφής.  Ακόμη και αν δεν ασκηθεί αγωγή έως την 31η Ιουλίου 2014, η όποια τυχόν παραγραφή θα αφορά το ποσό εκάστου μήνα που συμπληρώνει το χρονικό όριο της διετίας και όχι το σύνολο των διεκδικήσεων.  Επομένως, για να ληφθεί μία τέτοια απόφαση θα πρέπει να σταθμισθούν αφενός το κόστος και η καθυστέρηση στην εκδίκαση και αφετέρου τυχόν μεταγενέστερες νομοθετικές ή νομολογιακές εξελίξεις, που θα επιδράσουν (ανάλογα με το αποτέλεσμα) στις πιθανότητες έκβασης της υπόθεσης.

 

ΙΙΙ. ΤΕΛΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

 Η έκδοση των με αριθμούς 2192 έως 2196/2014 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι σημαντική εξέλιξη και σηματοδοτεί μία νέα θεώρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα θέματα του Μνημονίου, σε σχέση με προηγούμενη κρίση του.  Από του σημείου αυτού, μέχρι να θεωρήσουμε ότι κατ’ εφαρμογή των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων οι αποδοχές και συνακόλουθα οι συντάξεις θα επανέλθουν αυτόματα στα επίπεδα του Ιουλίου 2012, όπως παρουσιάζεται στον τύπο, συνιστά επιστημονική ‘νομική’ φαντασία.  Γιατί, λοιπόν, τόσος θόρυβος που θυμίζει «παραδοσιακή προεκλογική παροχολογία»;  Σύμφωνα με τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο το Ν. 4093/2012 «το δημοσιονομικό όφελος από τις περικοπές στους ένστολους προβλέφθηκε σε 130 εκατ. Ευρώ και αντίστοιχα η ωφέλεια από τις μειώσεις των συντάξεων των αποστράτων εκτιμήθηκε στα 169 εκατ. Ευρώ για όλη την περίοδο 2013 – 2016», δηλαδή το ετήσιο δημοσιονομικό όφελος δεν ξεπερνά τα 75 εκατ. Ευρώ.  Το όφελος αυτό είναι δυσανάλογο προς τις μειώσεις και «θυσίες» που έχει υποστεί η συγκεκριμένη κατηγορία δημοσίων λειτουργών, της οποίας πλέον σαφώς προσβάλλεται το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης.  Στη συντριπτική πλειοψηφία τους, τα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών αποκρύπτουν την παραπάνω πραγματικότητα.  Αντίθετα, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ως προς το υποτιθέμενο δημοσιονομικό κόστος (το οποίο ανεβάζουν έως και το ένα δις ευρώ), ενώ ορισμένα κάνουν λόγο και για «ασύμμετρες εξαιρέσεις μίας (υποτιθέμενης) ελίτ».  Κατά τον τρόπο αυτό, δημιουργείται στην κοινή γνώμη η εσφαλμένη εντύπωση ότι πρόκειται για άδικη εύνοια προς συγκεκριμένη κατηγορία, εις βάρος μάλιστα της εθνικής πορείας για την έξοδο από την κρίση.  Ενώ εντέχνως αποσιωπείται ότι οι αποδοχές των εν λόγω δημοσίων λειτουργών (ακόμη και των διατελεσάντων Αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας) είναι  σε ορισμένες περιπτώσεις υποδεέστερες των αποδοχών υπαλλήλων ΥΕ άλλων υπουργείων.  Αυτή η καλλιεργούμενη τακτική του «διαίρει και βασίλευε» και η προσπάθεια να υποκινηθεί μία κοινωνική τάξη εναντίον μίας άλλης φοβούμαι ότι προοιωνίζει τη λήψη περαιτέρω μέτρων (βλέπε ισοδύναμα).  Εύχομαι οι υποψίες μου αυτές να μην επιβεβαιωθούν στην πράξη. 


About the Author



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑