Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 52

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 53

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 54

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 55

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 56

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 57

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 58
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ no image

Published on 5 Ιουνίου, 2015 | by eaals

0

Σύνοψη Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας

ΣΥΝΟΨΗ ΝΕΩΤΕΡΗΣ 

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 Υποναυάρχου Λ.Σ.(εα.) Κώστα Μιχ. Σταμάτη

 Α. ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ Α΄ ΩΣ ΤΟ 1911

 Μετά την έξωση του Όθωνα η επανάσταση επικράτησε παντού και σημειώθηκαν μετονομασίες, που σχετίζονταν με την οθωνική περίοδο και συγχρόνως είδαν το φως της δημοσιότητας βίαια άρθρα και λιβελλογραφήματα εναντίον του εκθρονισθέντων. Ο Δ. Βούλγαρης, που σχημάτισε την επαναστατική κυβέρνηση, επιχειρώντας να επιφέρει καινοτομίες, διέπραξε πολλά και σοβαρά λάθη, με αποτέλεσμα να διαλύσει τον κρατικό ιστό της χώρας και να προκληθούν σοβαρές δυσαρέσκειες . Η Β΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε στις 10 / 22 Δεκεμβρίου 1862, υπό την προεδρία του Δ. Κριεζή, με 329 πληρεξουσίους, προερχόμενους από την ελεύθερη Ελλάδα  και μόλις 39 από τις αλύτρωτες περιοχές. Ο Ζηνόβιος Βάλβης εξελέγη στις 22 / Ιανουαρίου – 3 Φεβρουαρίου 1863 ως οριστικός πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης και κατά τη διαβούλευση της εκλογής του νέου βασιλιά  οι αρμόδιοι έλαβαν υπόψη τους το γεγονός ότι όλη η Ευρώπη είχε ως καθεστώς της τη βασιλευόμενη δημοκρατία και ότι επομένως η Ελλάδα θα είχε την εύνοια του κράτους προέλευσης του νέου βασιλιά. Ύστερα από πολλές συζητήσεις, προτάσεις και απορρίψεις, στις 18 / 30 Μαρτίου 1863, η ελληνική Εθνοσυνέλευση  επέλεξε τον πρίγκιπα Δανίας Γουλιέλμο ως βασιλιά της Ελλάδας, τον οποίον αναγόρευσε ως συνταγματικό βασιλιά των Ελλήνων, με το όνομα Γεώργιος Α΄ Βασιλιάς των Ελλήνων και σε αυτόν προσφέρθηκε το Στέμμα από τον τότε πρωθυπουργό Ζηνόβιο Βάλβη. Σύμφωνα με τους όρους αποδοχής του Στέμματος η Αγγλία παραχώρησε στην Ελλάδα τα Επτάνησα, αυξήθηκε η βασιλική χορηγία, οι διάδοχοι του θρόνου διατηρούσαν το ίδιο θρησκευτικό δόγμα και το ελληνικό Στέμμα δεν θα εναντιωνόταν στο Στέμμα της Δανίας.

Οι έριδες, που δεν έλειψαν από τη χώρα, επιδεινώθηκαν με την εμφάνιση στα Βαλκάνια διεκδικήσεων από την πλευρά της Βουλγαρίας και την στη συνέχεια ανάδειξη του «Ανατολικού Ζητήματος», στο οποίο ενεπλάκησαν και οι ξένες Δυνάμεις και τα συμφέροντά τους. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, αφού προηγουμένως επισκέφτηκε επίσημα τις βασιλικές αυλές Αγγλίας και Γαλλίας, έφτασε ατμοπλοϊκώς στον Πειραιά το πρωί της 18 / 30 Οκτωβρίου 1863 και ανέλαβε τα καθήκοντά του. Με δημοκρατικές διαδικασίες προέβη σε μεταρρυθμίσεις, στις 16 / 28 Δεκεμβρίου 1864 ψηφίστηκε το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας και ο βασιλιάς έδωσε τον προβλεπόμενο όρκο στο Ιερό Ευαγγέλιο. Σημαντικά γεγονότα, που ακολούθησαν ήταν: οι πρώτες μετά το νέο Σύνταγμα εκλογές, η ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, η Κρητική επανάσταση, τα Λαυρεωτικά, η σφαγή στο Δήλεσι και τα ληφθέντα μέτρα, οι διεθνείς εξελίξεις, η κυβερνητική αστάθεια της πρώτης δεκαετίας, το ηφαίστειο της Σαντορίνης, οι στρατιωτικές προπαρασκευές, ο γάμος του Γεωργίου Α΄ με την πριγκίπισσα Όλγα, η γέννηση του διαδόχου Κωνσταντίνου, που έφερε τον τίτλο του «Δούκα της Σπάρτης» (ΒΔ 23 / Αυγούστου – 3 Σεπτεμβρίου 1868), η ναυμαχία της «Ενώσεως» έξω από τη Σύρο, η εποχή του Χαρ. Τρικούπη, η πολιτική των Σλάβων, η προσάρτηση της Θεσσαλίας, ο Ισθμός της Κορίνθου, 1895 το μοιραίο έτος για τον Χαρ. Τρικούπη, η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896, ο θάνατος του Χαρ. Τρικούπη στις Κάννες, οι ολέθριες επιπτώσεις για τη χώρα, ο άτυχος Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, η δολοφονία του Θ. Δεληγιάννη και άλλα.

 Β. ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ (1912 – 1913)

 Η επανάσταση της 15ης Αυγούστου του 1909 του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» στο Γουδί, ανέδειξε και έφερε στο πολιτικό προσκήνιο  τον γνωστό από την επανάσταση  της Κρήτης (και ιδίως του Θερίσου) πολιτικό Ελ. Βενιζέλο.

Το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου κέρδισε τις εκλογές της 12ης Μαρτίου του 1912 με μεγάλη πλειοψηφία και έτσι ο οξυδερκής Κρητικός πρωθυπουργός, έχοντας επίλεκτους και ικανούς συνεργάτες, κατόρθωσε μέσα σε λίγους μήνες, σπουδαίο οργανωτικό έργο, με προέχουσα την εθνική ασφάλεια, την έντονη πολεμική προπαρασκευή, τη μετάκληση γαλλικών και αγγλικών αποστολών για την εκπαίδευση του στρατού, την Κρήτη να διεξάγει εκλογές για να στείλει εκπροσώπους στη Βουλή και τη δρομολόγηση της ένωσής της με την Ελλάδα. Ωστόσο η Πύλη προκαλούσε την Ελλάδα σε πολεμική σύρραξη, αλλά ο Βενιζέλος, παρά τις αντιδράσεις των συνεργατών του, απέφυγε, όπως εκ των υστερών αποδείχτηκε, να εμπλακεί με την Τουρκία.

Κατά τους όρους της συνθήκης της συμμαχίας, που υπέγραψαν Βούλγαροι και Σέρβοι στις 24 Φεβρουαρίου του 1912, ο Ελ. Βενιζέλος, μη επιθυμώντας να μείνει η Ελλάδα έξω από τον πόλεμο κατά της Τουρκίας και φοβούμενος το μοίρασμα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας μεταξύ Βουλγάρων και Σέρβων, θάβοντας οριστικά τον αλύτρωτο Ελληνισμό, πήρε την παράτολμη απόφαση να προχωρήσει στην Ελληνοβουλγαρική συμμαχία, χωρίς όμως να θέσει τους όρους της χώρας μας για τη διανομή των εδαφών, ενώ γνώριζε ότι οι δυο σύμμαχοί του, είχαν ήδη σχεδόν συμφωνήσει στον τρόπο της διανομής.

Σερβία και Βουλγαρία επιθυμούσαν τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο κατά της Πύλης, γιατί με τον ελληνικό στόλο διασφάλιζαν  την μη μεταφορά από τη θάλασσα τουρκικού στρατού στα πεδία των μαχών. Η συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας – Βουλγαρίας, υπογράφτηκε στη Σόφια στις 16 Μαΐου 1912. Με αυτή τη σύμβαση η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να διαθέσει 120.000 άνδρες και η Βουλγαρία άλλες 300.000 άνδρες, ενώ ο ελληνικό στόλος όφειλε να παρεμποδίσει την επικοινωνία της Μικράς Ασίας με την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Η Ελλάδα υπέγραψε συνθήκη με το Μαυροβούνιο και όχι με τη Σερβία.

Σερβία, Βουλγαρία και Ελλάδα, την 30η Σεπτεμβρίου 1912 απέστειλαν προς την Τουρκία τελεσίγραφο, θέτοντας τους όρους, προκειμένου να μην επιτεθούν εναντίον της, τους οποίους η Τουρκία απέρριψε συνολικά και την 4η Οκτωβρίου 1912, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας και της Βουλγαρίας, αποφεύγοντας να εμπλακεί η Ελλάδα στον πόλεμο και προς τούτο αποδέχτηκε την ένωση της Κρήτης, πλην όμως ο Ελ. Βενιζέλος κήρυξε στις 5 Οκτωβρίου και αυτός τον πόλεμο εναντίον της Πύλης.

Αρχηγός του ελληνικού στρατού ορίστηκε ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος, ο οποίος ύστερα από μια νικηφόρα προέλαση από το Σαραντόπορο, τα Γιαννιτσά, τη Θεσσαλονίκη, τη Φλώρινα  και την Κορυτσά, κατέλαβε στη συνέχεια το Γρίμποβο, τη Φιλιππιάδα και την Πρέβεζα, τα Πέντε Πηγάδια και τα Ιωάννινα. Συγχρόνως ο ελληνικός στόλος, υπό τον ναύαρχο Π. Κουντουριώτη, κυριάρχησε στο Αιγαίο, εισέπλευσε στα Δαρδανέλλια και πέτυχε σημαντικές νίκες σε ναυμαχίες στη Λήμνο και εμπόδισε τη μεταφορά Τούρκων στα μέτωπα του πολέμου, κατέλαβε τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη ενώθηκε επίσημα με την Ελλάδα.

Αμέσως μετά την κατάληψη των Ιωαννίνων η Πύλη ζήτησε για δεύτερη φορά ανακωχή και τελικά συμφωνήθηκε προκαταρκτικά ειρήνη στις 17 Μαΐου 1913, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία παραχωρούσε στους αντιπάλους της όλες τις ευρωπαϊκές της κτήσεις, με εξαίρεση την Αλβανία. Όμως οι Βούλγαροι, που κατόπιν αδείας εισήλθαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, οχυρώθηκαν σε αυτή και προκάλεσαν τους Έλληνες στη Νιγρίτα και στο Παγγαίο, ενώ συνήφθη μυστική ελληνοσερβική συμφωνία άμυνας  για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής επιβουλής. Αλλά οι Βούλγαροι, στις 17 Ιουνίου 1913 επιτέθηκαν κατά των Ελλήνων και των Σέρβων στη Γευγελή. Εναντίον των επιτιθεμένων έσπευσε ο ελληνικός στρατός υπό τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ο οποίος κατανίκησε τους Βουλγάρους στο Κιλκίς και στο Λαχανά, στη Δοϊράνη και στις Σέρρες. Στο κρίσιμο αυτό σημείο οι Σέρβοι εγκατέλειψαν τους Έλληνες και κινήθηκαν προς Βορρά. Στη συνέχεια οι Βούλγαροι ηττήθηκαν στα στενά της Κρέσνας (8 – 10 Ιουλίου 1913), ενώ στο μεταξύ ο ελληνικός στόλος είχε καταλάβει την Αλεξανδρούπολη, το Λάγος και την Ξάνθη.

Το σχέδιο των Βουλγάρων να κυριαρχήσουν στα Βαλκάνια και να πετύχουν διέξοδο στο Αιγαίο μέσω της Θεσσαλονίκης, κατέρρευσε και ο Βούλγαρος βασιλιάς Φερδινάνδος ζήτησε ανακωχή, η οποία υπεγράφη στις 17 Ιουλίου 1913. Στις διαπραγματεύσεις ειρήνης, που έλαβαν χώρα στο Βουκουρέστι, πήρε μέρος και ο Ελ. Βενιζέλος. Οι Βούλγαροι προέβαλαν παράλογες απαιτήσεις και τελικά στις 28 Ιουλίου 1913 υπεγράφη συνθήκη ειρήνης των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής και τα ελληνικά σύνορα καθορίστηκαν μέχρι τις εκβολές του ποταμού Νέστου. Αποτέλεσμα των Βαλκανικών πολέμων ήταν η έκταση της Ελλάδας να αυξηθεί κατά 90% ή από 63.210 Μ2 χιλιόμετρα να φτάσει στα 120.808 Μ2 χιλιόμετρα και οι κάτοικοί της από 2.631.952 σε 4.718.221.

 Γ. Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

 Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε σε διαμάχη τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Ελ. Βενιζέλο, με αφορμή την ακολουθητέα πολιτική της Ελλάδας. Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι η χώρα έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη, διατηρώντας καλές σχέσεις με την Αγγλία και τη Γαλλία και συγχρόνως να έχει έτοιμες τις στρατιωτικές της δυνάμεις για τυχόν εισβολή των γειτόνων της. Ο Ελ. Βενιζέλος αντίθετα, που ήταν βέβαιος για τη νίκη των συμμάχων, υποστήριζε ότι όφελος της Ελλάδας ήταν να πολεμήσει στο πλευρό των συμμάχων της.

Με την εισβολή του αυστροουγγρικού στρατού στη Σερβία δόθηκε η πρώτη αφορμή μεταξύ Κωνσταντίνου και Ελ. Βενιζέλου, ενώ στο συγκληθέν Συμβούλιο του Στέμματος, οι μετέχοντες σε αυτό πρώην πρωθυπουργοί και αρχηγοί των κομμάτων τάχτηκαν κατά των θέσεων του Ελ. Βενιζέλου, ο οποίος παραιτήθηκε και την επομένη σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Αλ. Ζαΐμη, που σε λίγο παραιτήθηκε και αυτός και τον διαδέχτηκε ο Δημ. Γούναρης.  Ο νέος πρωθυπουργός κατηγόρησε ανοιχτά τον Ελ. Βενιζέλο και ο τελευταίος απηύθυνε δριμύ κατηγορώ κατά των αντιπάλων του και στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 κέρδισε το κόμμα των Φιλελευθέρων, ο Ελ. Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση και κήρυξε επιστράτευση, όπως έκανε και η Βουλγαρία, ενέργεια, που ο Κωνσταντίνος θεώρησε ως ενέργεια αμυντικού χαρακτήρα, ενώ ο πρωθυπουργός προσέδιδε στις ενέργειές του προπαρασκευή για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων και με την επελθούσα ρήξη ο Ελ. Βενιζέλος υπέβαλε την παραίτησή του, ακολούθησε νέα κυβέρνηση υπό τον Αλ. Ζαΐμη, τον οποίο παραιτηθέντα διαδέχτηκε ο Στ. Σκουλούδης, που κατηγόρησε σφοδρά τον Ελ. Βενιζέλο, του οποίου τελικά το κόμμα αρνήθηκε να συμμετάσχει στις εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1915.

Στο μεταξύ, αν και η Ελλάδα παρέμεινε σε ουδετερότητα, ο συμμαχικός στρατός αποβιβάστηκε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τον Μάιο του 1916 γερμανοβουλγαρική δύναμη κατέλαβε το ελληνικό οχυρό Ρούπελ. Παρενέβησαν οι σύμμαχοι, ο Στ. Σκουλούδης παραιτήθηκε, τον αντικατέστησε πάλι ο Αλ. Ζαΐμης, που σύντομα παραιτήθηκε και αυτός και νέα κυβέρνηση σχημάτισε ο φιλικά προσκείμενος στους συμμάχους Νικ. Καλογερόπουλος και στο τέλος οι σύμμαχοι πρότειναν τον σχηματισμό κυβέρνησης από τον Ελ. Βενιζέλο. Στη συνέχεια και με την υποκίνηση των συμμάχων ξέσπασε στις 17 Αυγούστου 1916 επαναστατικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη, όπου μετέβη και ο Ελ. Βενιζέλος στις 13 Σεπτεμβρίου 1916. Συνοδευόμενος από επιφανείς φίλους του πολιτικούς και στρατιωτικούς, με τη συνεργασία του ναυάρχου Κουντουριώτη και του στρατηγού Δαγκλή, συγκρότησε τριανδρία και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, η οποία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας και των κεντρικών δυνάμεων. Με την παραίτηση του Ν. Καλογερόπουλου οι Γάλλοι κατέλαβαν τον Πειραιά και τα εκεί ναυλοχούντα ελληνικά πλοία και ταυτοχρόνως οι σύμμαχοι απαίτησαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα οι πρέσβεις Βουλγαρίας και Τουρκίας.

Η Ελλάδα περιήλθε σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, αφού ήταν διαιρεμένη σε δυο κράτη: το ένα στην Αθήνα και το άλλο στη Θεσσαλονίκη, όπου η κυβέρνηση της «Εθνικής Αμύνης» κυριάρχησε στη Μακεδονία και επεκτάθηκε στο Αιγαίο. Οι σύμμαχοι επείγονταν να περάσει η άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής στον Ελ. Βενιζέλο, απαίτησαν την παράδοση των μισών όπλων των ελληνικών δυνάμεων και σε περίπτωση άρνησης, θα αναλάμβαναν στρατιωτικές επιχειρήσεις, απαίτηση, που απέρριψε η κυβέρνηση του Σπ. Λάμπρου, ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου του Στέμματος. Το πρωί της 18ης Νοεμβρίου 1916 οι συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν οχυρές θέσεις γύρω από την Αθήνα. Τελικά επήλθε σύγκρουση μεταξύ ελληνικών και συμμαχικών δυνάμεων με θύματα και από τα δυο στρατόπεδα. Με παρέμβαση των πρέσβεων Ρωσίας και Ιταλίας σταμάτησαν οι εχθροπραξίες, επικράτησε παντού οχλοκρατία και στις 13 Δεκεμβρίου 1916 τελέστηκε ανάθεμα κατά του Ελ. Βενιζέλου.

Στη συνέχεια η προσωρινή κυβέρνηση Θεσσαλονίκης κινήθηκε προς την κατεύθυνση εκθρόνισης του Κωνσταντίνου με διακοίνωσή της της 17 Δεκεμβρίου 1916. Παρά τις αντιδράσεις των συμμάχων, η Γαλλία αξίωσε και πέτυχε την απομάκρυνση από την Ελλάδα του Κωνσταντίνου και του διαδόχου του Γεωργίου, πλην του Αλεξάνδρου, ο οποίος ανήλθε στον ελληνικό θρόνο. Τη διακυβέρνηση της ενωμένης πλέον Ελλάδας ανέλαβε ο Ελ. Βενιζέλος, που απομάκρυνε τους διαφωνούντες πολιτικούς και τους συνεργάτες του Κωνσταντίνου στρατιωτικούς. Ακολούθως η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου επιχείρησε και νίκησε τους Βουλγάρους και τους Τούρκους στη Θράκη και ο ελληνικός στρατός μπήκε νικηφόρος και παρέλασε στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Μετά από επιτυχείς διαπραγματεύσεις στο Παρίσι ο Ελ. Βενιζέλος κατάφερε με τη συνθήκη του Νεϊγύ (27 Οκτωβρίου 1919) να φύγουν οι Βούλγαροι από το Αιγαίο και μετά την κατάληψη της Θράκης, εκστρατευτικό σώμα προέλασε ως την Τσατάλτζα και η Ελλάδα επεκτεινόταν ως τα παράλια του Ευξείνου και της Προποντίδας, ως τις παρυφές της Κωνσταντινούπολης. Συγχρόνως για την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών στα μικρασιατικά παράλια, οι σύμμαχοι του επέτρεψαν την κατάληψη ορισμένων μερών γύρω από τη Σμύρνη.

Οι Έλληνες, ως εντολοδόχοι των συμμάχων, εκδίωξαν τους Τούρκους πέραν του Αϊδινίου, αλλά ο Κεμάλ, που ανέτρεψε τον σουλτάνο, κηρύσσοντας γενική επιστράτευση, ετοίμαζε στρατό για την απομάκρυνση των Ελλήνων από τη Σμύρνη, τους Γάλλους από τη Συρία και τους συμμάχους από την Κωνσταντινούπολη. Μάταια ο Ελ. Βενιζέλος προσπάθησε να πείσει τους συμμάχους να δράσουν από κοινού για τη διάλυση του κεμαλικού κινήματος και στη συνέχεια διέταξε τον ελληνικό στρατό να προελάσει, εκδιώκοντας τους κεμαλικούς προς τη Νικομήδεια.

Σοβαρές αντιδράσεις προέβαλαν οι σύμμαχοι στις διαβουλεύσεις στο Παρίσι, αλλά ο Ελ. Βενιζέλος τους οδήγησε στην υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών της 28ης Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1920, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα επεκτεινόταν μέχρι τη γραμμή του Αίνου – Μηδείας, μετά της Τενέδου και της Ίμβρου, με κυριαρχία στο Αιγαίο, την κατοχή τμημάτων της Μικρασίας ως τις ακτές του Πόντου και της Προποντίδας, ενώ στην Κωνσταντινούπολη παρέμενε ο ελληνικός και ο συμμαχικός στρατός, ώστε αν η Τουρκία δεν τηρούσε τους όρους της συνθήκης να την αποσπάσουν από την οθωμανική κυριαρχία.

Τα δυσάρεστα γεγονότα, που συνέβησαν, όπως η οργανωμένη αντίδραση της αντιπολίτευσης και ο θάνατος του βασιλιά Αλεξάνδρου, έφεραν στη θέση του αντιβασιλιά τον ναύαρχο Κουντουριώτη, ύστερα από την άρνηση του διαδόχου Παύλου, ο οποίος δεν αποδέχτηκε το θρόνο, με τη δικαιολογία ότι αυτός ο θρόνος ανήκε στον πατέρα του Κωνσταντίνο. Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 το κόμμα του Ελ. Βενιζέλου απέτυχε σε όλα τα επίπεδα, ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε, τη θέση του πήρε η βασίλισσα Όλγα, επειδή ο βασιλιάς Κωνσταντίνος απουσίαζε, τον οποίον ο πρωθυπουργός Δημ. Ράλλης επανέφερε στο θρόνο στις 6 Δεκεμβρίου 1920. Τελικά ο Δημ. Ράλλης υπέβαλε την παραίτησή του και σχημάτισε κυβέρνηση ο Νικ. Καλογερόπουλος με τη συμμετοχή του Δημ. Γούναρη.

 Δ. Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

 Στο συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι ο Ελ. Βενιζέλος υποστήριξε το ακόλουθο φιλόδοξο πρόγραμμα εδαφικών διεκδικήσεων στη Βόρεια Ήπειρο, στη Δυτική και Ανατολική Θράκη, στα μικρασιατικά παράλια, εκτός της Κωνσταντινούπολης και των Στενών, τα οποία τέθηκαν υπό την αιγίδα της ΚΤΕ. Το πρόγραμμα αυτό ήταν ασφαλώς σύμφωνο με το όραμα της ελληνικής «Μεγάλης Ιδέας». Η Συνθήκη των Σεβρών – 28 Ιουλίου – 10 Αυγούστου 1920, προέβλεπε τα εξής: προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα στο ύψος της Τσατάλτζας, προσάρτηση νησιών του Αιγαίου, πλην της Δωδεκανήσου, αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης, υπό την ψιλή εποπτεία του σουλτάνου. Σκοπός της Συνθήκης των Σεβρών ήταν η συντριβή του κεμαλικού καθεστώτος.

Η επάνοδος του Κωνσταντίνου στο θρόνο εξόργισε τους συμμάχους και άρχισε εκστρατεία συντριβής του έργου του Ελ. Βενιζέλου και ενώ ο Νικ. Καλογερόπουλος έσπευδε στο Λονδίνο, όπου συζητιόταν αίτημα της Τουρκίας προς αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών, η Γαλλία συνεργαζόταν απροκάλυπτα με την κεμαλική Τουρκία, έχοντας μάλιστα υπογράψει με αυτήν και συνθήκη και παράλληλα η Ιταλία ενίσχυσε τους Τούρκους για να εκδιώξουν τους Έλληνες. Τέλος η Αγγλία για δικούς της λόγους συνέπλεε με την ελληνική πολιτική, αλλά τηρούσε στάση παθητική, αναμένοντας τα οφέλη από τις νίκες των Ελλήνων. Στο μεταξύ ο Δημ. Βούλγαρης απέτυχε στις διαπραγματεύσεις του Λονδίνου για αυτόνομο καθεστώς στη Μικρά Ασία υπό ελληνική διοίκηση και αντιμετώπισε σφοδρή αντίδραση Ιταλών και Γάλλων και την αντιπάθεια των Ευρωπαίων προς τους αντιπάλους του Ελ. Βενιζέλου, που κυβερνούσαν την Ελλάδα..

Καθ’ ον χρόνο ο Δημ. Βούλγαρης επέστρεφε άπρακτος από το Λονδίνο, ο Κεμάλ επικράτησε δυναμικά σε όλη τη Μικρά Ασία, έχοντας στη διάθεσή του δυνατότητες διεξαγωγής μακρών πολεμικών επιχειρήσεων. Για τη διατήρηση της Θράκης ο Δημ. Γούναρης προετοιμάστηκε να εισβάλει στη Μικρά Ασία και να πλήξει τον εχθρό. Μόλις σχημάτισε κυβέρνηση στις 26 Μαρτίου 1921, κήρυξε στρατιωτικό νόμο και επιστράτευση. Αρχιστράτηγος ανέλαβε ο Α. Παπούλας και ύπατος αρμοστής ο Στεργιάδης, ο δε βασιλιάς Κωνσταντίνος μετέβη στη Θράκη για να τονώσει το ηθικό του στρατεύματος. Πράγματι στις 29 Ιουνίου 1921 ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση και συνέτριψε τους Τούρκους, κατέλαβε την Κιουτάχεια, το Εσκή – Σεχήρ και την 4η Αυγούστου προέλασε στο εσωτερικό στις όχθες του Σαγγαρίου. Από εκεί οι ελληνικές στρατιές, με σκληρές μάχες πέρασαν τον ποταμό Σαγγάριο και μέσω της Αλμυρής Ερήμου πορεύονταν προς την Άγκυρα. Η έλλειψη όμως ανεφοδιασμού, ο κίνδυνος απομόνωσης και η απουσία επαρκών εφεδρειών, περιόρισαν τη δράση των Ελλήνων στην περιοχή του Σαγγαρίου, ενώ απέναντί τους οι Τούρκοι ανεφοδιάζονταν και προπαρασκευάζονταν πυρετωδώς.

Δημιουργήθηκε αδιέξοδο για την Ελλάδα. Τον παραιτηθέντα Α. Παπούλα διαδέχτηκε ο στρατηγός Χατζηανέστης. Το ελληνικό κράτος όδευε σε οικονομικό χάος, καθώς δεν κατέστη δυνατή η σύναψη εξωτερικού δανείου. Η εξέλιξη των γεγονότων υπήρξε ραγδαία: τον παραιτηθέντα Δημ. Βούλγαρη αντικατέστησε στην κυβέρνηση στις 3 Μαΐου 1922  ο Π. Πρωτοπαπαδάκης. Στις 13 Αυγούστου 1922 άρχισε η αναμενόμενη γενική επίθεση του κεμαλικού στρατού στο Αφιόν Καραχισάρ, όπου, μετά από γενναία αντίσταση ο ελληνικός στρατός υποχώρησε ατάκτως και σύντομα έσπασε ολόκληρο το ελληνικό μέτωπο και ακολούθησε άτακτη γενική υποχώρηση. Πολλά τμήματα του ελληνικού στρατού και αξιωματικοί αιχμαλωτίστηκαν, ενώ οι λοιποί έσπευδαν στα παράλια για να επιβιβαστούν στα πλοία. Στις 26 Αυγούστου οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές εγκατέλειψαν τη Σμύρνη. Ακριβώς σε αυτή την καθολική σύγχυση, που επικρατούσε, στην Αθήνα ο Π. Πρωτοπαπαδάκης παραιτήθηκε και σχημάτισε κυβέρνηση ο Ν. Τριανταφυλλάκος. Δεν έγινε καμιά σκέψη για οργάνωση άμυνας. Μόνος στόχος της κυβέρνησης ήταν να διασωθεί ο σε αταξία συρρέων στα παράλια στρατός. Ο στόλος διέσωσε τα περισσότερα στρατιωτικά τμήματα στα νησιά, ενώ οι ελληνικοί πληθυσμοί εγκαταλείφθηκαν στη διάθεση των φανατισμένων τουρκικών σωμάτων, που κατάσφαξαν γύρω στις 300.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας. Πυρπολήθηκε η Σμύρνη και η θάλασσά της γέμισε  με πτώματα, ο μητροπολίτης με τους τοπικούς άρχοντες παραδόθηκαν στο μαινόμενο τουρκικό πλήθος και κατακρεουργήθηκαν, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι, που έπεφταν στη θάλασσα για να επιβιβαστούν στα εκεί ξένα πλοία.

Αυτό το οικτρό τέλος είχε η ελληνική εκστρατεία, που επιχειρήθηκε για να διασώσει τον Μικρασιατικό Ελληνισμό, ο οποίος στη συνέχεια ξεριζώθηκε από τα μέρη του, στα οποία έζησε και μεγαλούργησε επί 3.000 χρόνια, ακολουθώντας το δρόμο της προσφυγιάς στη φτωχή ελληνική πατρίδα.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εξερράγη επανάσταση των ελληνικών στρατευμάτων, που διέφυγαν από τη Μικρά Ασία, σε συνεργασία με τον ελληνικό στόλο. Οι επαναστάτες έφτασαν στο Λαύριο, όπου έθεσαν τους όρους τους προς τον  Κωνσταντίνο,  τους οποίους ο βασιλιάς απέρριψε και παραιτήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1922. Τον αντικατέστησε την ίδια ημέρα ο Γεώργιος Β΄, με διάδοχο τον αδελφό του Παύλο, ενώ η λοιπή βασιλική οικογένεια αναχώρησε για το εξωτερικό. Η επανάσταση πρότεινε ως πρωθυπουργό τον Αλ. Ζαΐμη, αλλά λόγω απουσίας του στο εξωτερικό την προεδρία της κυβέρνησης ανέλαβε ο αντιπρόεδρος Σωτ. Κροκιδάς,  ο οποίος ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελ. Βενιζέλο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβέρνησης σε αυτή τη φάση ήταν η περίθαλψη των χιλιάδων προσφύγων, που βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1922 υπεγράφη στα Μουδανιά πρωτόκολλο ανακωχής μεταξύ των Δυνάμεων με τη συμμετοχή και εκπροσώπων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό η Θράκη παραδίδονταν στην Τουρκία του Κεμάλ, μετά την άμεση εκκένωσή της από τα ελληνικά στρατεύματα.

Η επαναστατική ηγεσία, όπως αρχικά είχε εξαγγείλει, αντιμετώπιζε το σοβαρό δίλημμα: ή να οδηγήσει αυτούς, που κυβέρνησαν την Ελλάδα κατά την Μικρασιατική εκστρατεία σε δίκη ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης ή, όπως υποστήριζαν οι αδιάλλακτοι, να συστήσει τη σύνθεση Επαναστατικής Επιτροπής. Επικράτησε η δεύτερη άποψη και συστήθηκε επαναστατικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου παραπέμφθηκαν οι ήδη προφυλακισμένοι: Δημ. Γούναρης, Ν. Στράτος, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Μπαλντατζής, Ν. Θεοτόκης, Ξ. Στρατηγός και ο αρχιστράτηγος Χατζηανέστης.  Η δίκη, που έγινε στη Βουλή, διήρκεσε δυο εβδομάδες και με την εκδοθείσα απόφαση καταδικάστηκαν σε θάνατο οι πέντε πρώτοι των πιο πάνω κατηγορουμένων και ο αρχιστράτηγος. Η θανατική εκτέλεση έλαβε χώρα στις 15 / 28 Νοεμβρίου 1922.

Η Συνθήκη της Λωζάννης υπεγράφη στις 24 Ιουνίου 1923 και με αυτήν τερματίστηκε ο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πόλεμος και μαζί του και το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας». Στη συνέχεια, μετά την Ανατολική Θράκη, η Τουρκία επεκτάθηκε στην Αδριανούπολη και την Ορεστιάδα, η Ελλάδα δεν κατέβαλε καμιά αποζημίωση και Τένεδος και Ίμβρος επιστράφηκαν στην Τουρκία. Με ειδικές εγγυήσεις προστατεύτηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Στενά έπαψαν να διέπονται από καθεστώς ουδετερότητας και οι δυνάμεις των συμμάχων εκκένωσαν την Κωνσταντινούπολη. Τέλος με ειδική συνθήκη έγινε ανταλλαγή των πληθυσμών, εκτός από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και τους Τούρκους της Δυτικής Θράκης. Συγχρόνως η Ιταλία, εκμεταλλευόμενη την οικτρή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κατήγγειλε τη συμφωνία παραχώρησης της Δωδεκανήσου  και σε πρεσβευτική διάσκεψη, που συγκλήθηκε, κατόρθωσε με τη σύμπραξη των μεγάλων Δυνάμεων να επιδικαστεί οριστικά η Βόρειος Ήπειρος στην Αλβανία, το φθινόπωρο του 1921, χωρίς τη σθεναρή αντίδραση της Ελλάδας, που τότε ήταν απορροφημένη στο Μικρασιατικό Ζήτημα.

 Ε. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 Ο Ι. Μεταξάς και οι στρατηγοί Λεοναρδόπουλος και Γαργαλίδης την 22α Οκτωβρίου 1923, επαναστάτησαν και οι φρουρές της Πελοποννήσου και άλλων περιφερειακών πόλεων κινήθηκαν κατά της Αθήνας, έχοντας προηγουμένως απευθύνει τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσαν τη διάλυση της επανάστασης, το σχηματισμό ακομμάτιστης κυβέρνησης και τη διενέργεια εκλογών, πλην όμως το κίνημα αυτό απέτυχε και ο Ι. Μεταξάς διέφυγε στο εξωτερικό, ενώ υπό την ηγεσία του Αλ. Παπαναστασίου άρχισε ζωηρή κίνηση κατάλυσης της βασιλείας και εγκαθίδρυση δημοκρατίας. Στις εκλογές επικράτησαν ακραίοι δημοκρατικοί και έτσι στις 18 Δεκεμβρίου 1923 ο Γεώργιος με τη βασίλισσα και το διάδοχο Παύλο υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και η αντιβασιλεία ανατέθηκε στον ναύαρχο Κουντουριώτη. Στις 11 Ιανουαρίου 1924 ο Ελ. Βενιζέλος επανήλθε από τη μακρόχρονη αυτοεξορία του και σχημάτισε κυβέρνηση, αφού προηγουμένως η επανάσταση, ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης, είχε διακηρύξει το τέλος του έργου της.

Ο Ελ. Βενιζέλος επιφυλάχτηκε να κηρύξει τη δημοκρατία, πιστεύοντας ότι έπρεπε πρώτα να αποφανθεί ο λαός, με ελεύθερο δημοψήφισμα, άποψη με την οποία διαφωνούσε ο Αλ. Παπαναστασίου και προς το σκοπό αυτό κινούσε παρασκηνιακά τους στρατιωτικούς πριν ακόμη η ιδέα της δημοκρατίας εκφυλιστεί. Κατάληξη αυτής της κατάστασης ήταν να παραιτηθεί ο Ελ. Βενιζέλος, η ανάληψη της κυβέρνησης από τον Γ. Καφαντάρη και τον σχηματισμό κυβέρνησης από τον Αλ. Παπαναστασίου, ο οποίος με Ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης κήρυξε έκπτωτη τη βασιλική δυναστεία και ανακήρυξε τη δημοκρατία στην Ελλάδα στις 25 Μαρτίου 1924. Στο δημοψήφισμα, που ακολούθησε και στο οποίο μετείχε το κόμμα του Καφαντάρη και ο αμνηστευθείς Ι. Μεταξάς, επικυρώθηκαν τα ως τότε πολιτικά δεδομένα, οι φιλελεύθεροι ανέτρεψαν τον Αλ. Παπαναστασίου και σχημάτισε κυβέρνηση ο Θ. Σοφούλης στις 24 Ιουλίου 1924, αλλά μετά από απόβαση του πολεμικού ναυτικού, ο Θ. Σοφούλης αντικαταστάθηκε από τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, αρχηγό του κόμματος των Συντηρητικών Δημοκρατικών, στις 17 Οκτωβρίου 1924.

 ΣΤ. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ

 Τον Α. Μιχαλακόπουλο ανέτρεψε στις 25 Ιουνίου 1925 ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος, με τη σύμπραξη πολλών αξιωματικών. Με πρωτοβουλία του Αλ. Παπαναστασίου η Εθνοσυνέλευση περιέβαλε το κίνημα του στρατηγού με κοινοβουλευτικό χιτώνα, πιστεύοντας στη σύντομη φθορά του κινήματος, αλλά ο Θ. Πάγκαλος, μετά την επίσημη αναγνώρισή του, διέλυσε την Εθνοσυνέλευση και ανέβαλε τις εκλογές, που είχε υποσχεθεί, παραιτήθηκε ο αντιβασιλιάς ναύαρχος Κουντουριώτης και ανακηρύχτηκε ως πρόεδρος της δημοκρατίας ο Θ. Πάγκαλος, στα χέρια του οποίου συγκεντρώθηκαν τόσο η νομοθετική όσο και η εκτελεστική εξουσία, αφού απουσίαζε η Βουλή και όρισε ως πρωθυπουργό τον Αλ. Ευταξία. Στη δυναμική αντίδραση των δημοκρατικών εξαπολύθηκαν διώξεις και εξορίες. Ο Θ. Πάγκαλος κατέφυγε σε εσωτερικό δάνειο, διχοτομώντας το χαρτονόμισμα. Ίδρυσε την Ακαδημία Αθηνών, το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εκτελέστηκαν πολλά συγκοινωνιακά έργα. Στις 7 Αυγούστου 1926 ο Γ. Κονδύλης, με τη σύμπραξη στρατιωτικών, ανέτρεψε τον Θ. Πάγκαλο και αντιμετώπισε με επιτυχία στασιαστικές κινήσεις των στρατιωτικών.

Ο Γ. Κονδύλης επανέφερε στην προεδρία της δημοκρατίας τον Π. Κουντουριώτη και προκήρυξε εκλογές για τις 7 Νοεμβρίου 1926, στις οποίες ο ίδιος δεν έλαβε μέρος, συμμετείχαν ωστόσο πολλά κόμματα και το αποτέλεσμα ήταν να σχηματισθεί οικουμενική κυβέρνηση.

Στη συνέχεια ο Ελ. Βενιζέλος επανήλθε στην πολιτική και ανέλαβε την αρχηγία του κόμματος των Προοδευτικών Φιλελευθέρων υπό τον Γ. Καφαντάρη, ακολούθως ανέτρεψε την κυβέρνηση Ζαΐμη και στις 5 Ιουλίου 1928 σχημάτισε κυβέρνηση και επειδή τα κόμματα εκδήλωναν εχθρικές τάσεις κατά της κυβέρνησης, πείστηκε ο πρόεδρος της δημοκρατίας να διαλυθεί η Βουλή και προκηρύχτηκαν εκλογές με πλειοψηφικό σύστημα, στις 19 Αυγούστου 1928, στις οποίες ο Ελ. Βενιζέλος πρώτευσε με μεγάλη πλειοψηφία: από τους 250 βουλευτές μόνον 25 εκλέχτηκαν στην αντιπολίτευση. Παντοδύναμος πολιτικά ο Ελ. Βενιζέλος επιδόθηκε στην αναμόρφωση της Ελλάδας και στην ομαλοποίηση των σχέσεων της χώρας με τους γείτονές της Ιταλία, Αλβανία, Τουρκία, Γιουγκοσλαβία. Η οικονομική κρίση όμως, που ενέσκηψε, οδήγησε τον Ελ. Βενιζέλο σε παραίτηση, ανέλαβε σχηματισμό νέας κυβέρνησης ο Αλ. Παπαναστασίου, τον οποίο ανέτρεψε εντός 15 ημερών ο Ελ. Βενιζέλος.  Στις εκλογές της 7ης Μαρτίου 1933 επικράτησε η Ηνωμένη Αντιπολίτευση και ύστερα από το αποτυχόν κίνημα του Θ. Πάγκαλου, σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Π. Τσαλδάρη, με τη συμμετοχή των Κονδύλη και Χατζηκυριάκου.

 Ζ. ΑΠΟ TH ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ. ΣTON B΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ

 α. Γενικά

 Με την απόπειρα δολοφονίας του Ελ. Βενιζέλου στις 5 Ιουνίου 1933, τα πάθη στην Ελλάδα οξύνθηκαν. Το κίνημα του Ναυτικού κατά την 1η Μαρτίου 1935 είχε συμπαραστάτη και λίγα οχυρά σημεία της Αθήνας και συμπληρώθηκε με tη συμμετοχή του στρατού των συνόρων. Η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη επικράτησε των στασιαστών, όμως το πολεμικό «Αβέρωφ», συνοδευόμενα και από άλλα πολεμικά, έπλευσε προς την Κρήτη, όπου ο εκεί ευρισκόμενος Ελ. Βενιζέλος τέθηκε πολιτικός αρχηγός τους, έλαβαν χώρα πολλές διώξεις και ο Ελ. Βενιζέλος με τον Ν. Πλαστήρα καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο και με ποινή φυλάκισης με αναστολή τιμωρήθηκαν οι Γ. Καφαντάρης και Αλ. Παπαναστασίου.

Μεσολάβησε μια σύντομη περίοδος, κατά την οποία, ξεκινώντας από την υπέρ του βασιλιά εκστρατεία του Γ. Κονδύλη, άρχισε να γίνεται αποδεκτή, ως εγγυήτρια της τάξης και της ασφάλειας, η επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου, κίνηση, που βρήκε αντίθετο τον πρωθυπουργό Π. Τσαλδάρη, ο οποίος πίστευε ότι το ζήτημα αυτό ήταν θέμα της ετυμηγορίας των Ελλήνων. Παρά ταύτα στις 10 Οκτωβρίου 1935 οι τρεις αρχηγοί των τριών Επιτελείων των Ενόπλων Δυνάμεων Αλ. Παπάγος (ΓΕΣ), Ρέππας (ΓΕΑ) και Οικονόμου (ΓΕΝ), με τελεσίγραφό τους, απαίτησαν από τον πρωθυπουργό την  άμεση αποκατάσταση του βασιλικού καθεστώτος. Ο Π. Τσαλδάρης παραιτήθηκε, και  σχημάτισε κυβέρνηση ο Γ. Κονδύλης, ο οποίος με Ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης, κατάργησε το δημοκρατικό πολίτευμα και επανέφερε το θεσμό της βασιλείας με τον Γεώργιο Β΄ βασιλιά. Παραιτήθηκε ο πρόεδρος της δημοκρατίας Αλ. Ζαΐμης και ο Γ. Κονδύλης ανέλαβε, εκτός από τη θέση του πρωθυπουργού, και τα καθήκοντα του αντιβασιλιά.

Την παλινόρθωση της βασιλείας επικύρωσε δημοψήφισμα, που έγινε στις 3 Νοεμβρίου 1935 και ο Γεώργιος Β΄ αποκαταστάθηκε στο θρόνο στις 25 Νοεμβρίου 1935. Η κυβέρνηση ανατέθηκε στον καθηγητή πανεπιστημίου Κ. Δεμερτζή, δόθηκε γενική αμνηστία και προκηρύχτηκαν εκλογές για την 25η Ιανουαρίου 1936, στις οποίες κανένα κόμμα δεν πλειοψήφησε και ο Κ. Δεμερτζής παρέμεινε στην κυβέρνηση, με αντιπρόεδρο τον Ι. Μεταξά καθ’ υπόδειξη του Ελ. Βενιζέλου. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Κ. Δεμερτζή, ο Ι. Μεταξάς ανέλαβε πρωθυπουργός.

Η ανώμαλη εσωτερική κατάσταση, η αδυναμία των κομμάτων να σχηματίσουν κοινοβουλευτική κυβέρνηση, αλλά κυρίως το λάθος να δώσουν μακροχρόνια νομοθετική εξουσιοδότηση στην κυβέρνηση Ι. Μεταξά και η για μεγάλο διάστημα διακοπή των εργασιών της Βουλής, οδήγησαν στη δικτατορία του Ι. Μεταξά, που στις 4 Αυγούστου 1936, κατόπιν συνεννόησης με τους στρατιωτικούς, διέλυσε τη Βουλή και ανέστειλε την ισχύ των διατάξεων των ατομικών ελευθεριών του Συντάγματος. Η δικτατορία του Ι. Μεταξά προσέκρουσε στην έντονη αντίδραση των κομμάτων, που έμειναν έξω από την πολιτική. Ωστόσο κάθε αντίδραση αποσοβήθηκε και πολλοί πολιτικοί διώχτηκαν, αυξάνοντας έτσι τις αντιδράσεις. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936, πήρε άμεσα κοινωνικά μέτρα υπέρ των εργαζομένων, όπως την υποχρεωτική άδεια εργασίας, τα έργα συγκοινωνίας στην  περιφέρεια και στην πρωτεύουσα, ενώ η συμβολή του Ι. Μεταξά στην  πολεμική προετοιμασία της χώρας πρέπει ιδιαίτερα να εξαρθεί, όπως ήταν τα οχυρωματικά έργα προς Βουλγαρία, άλλα αμυντικά έργα, ενασχόληση του στρατού στα πολεμικά του καθήκοντα και η προετοιμασία του ψυχικά και υλικά προς αντιμετώπιση κάθε εθνικού κινδύνου. Επιδιώκοντας ο Ι. Μεταξάς την εδραίωση της Ελλάδας στα Βαλκάνια, επισκέφτηκε πολλές φορές το Βελιγράδι και την Άγκυρα, πλην όλες του αυτές οι προσπάθειες πήγαν στο περιθώριο, όταν τον Αύγουστο του 1939 εξερράγη ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οπότε η Ελλάδα αναγκάστηκε να οργανώσει την αυτοδύναμη εθνική της άμυνα.

 β. Η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας

 Την 7ην Απριλίου 1939 και πριν από την έκρηξη του πολέμου, ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αλβανία και ενώ οι Μουσολίνι και Χίτλερ καθησύχαζαν την Ελλάδα, η χώρα μας είχε ήδη ξαφνικά προ των πυλών της μια ισχυρή εχθρική δύναμη, την Ιταλία. Ο Ι. Μεταξάς, που γνώριζε τα επιθετικά σχέδια των Ιταλών, απέφυγε να διατάξει συγκέντρωση ελληνικών στρατευμάτων στα σύνορα. Στις 15 Αυγούστου 1940 το ελληνικό πολεμικό «Έλλη», το οποίο ναυλοχούσε για την πανήγυρη της Παναγίας της Τήνου,  βυθίστηκε στην Τήνο από τορπίλη ιταλικού υποβρυχίου. Και ενώ η ελληνική κυβέρνηση κράτησε την ψυχραιμία της στην πρόκληση του άνανδρου τορπιλισμού,  την 3η πρωινή ώρα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι επέδωσε στον πρωθυπουργό Ι. Μεταξά τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να αποσυρθούν τα ελληνικά στρατεύματα από τα σύνορα και να επιτραπεί στον ιταλικό στρατό η κατάληψη ελληνικών εδαφών, για τη διεξαγωγή του πολέμου του Άξονα εναντίον των συμμάχων  και έθετε τρίωρη προθεσμία, μετά την οποία ο ιταλικός στρατός θα περνούσε τα ελληνικά σύνορα για την κατάληψη αναγκαίων εδαφών για τις ανάγκες του  πολέμου. Ύστερα από συνεννόηση με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ ο Ι. Μεταξάς, απάντησε στον Γκράτσι με το θρυλικό «Όχι» του 1940, έκτοτε σύμβολο της αντίστασης των Ελλήνων εναντίον κάθε επιδρομής. Κηρύχτηκε αμέσως γενική επιστράτευση και ο ελληνικός στρατός έσπευσε με κάθε μέσον προς τα σύνορα, με αρχηγό του τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ και τον Αλ. Παπάγο αρχιστράτηγο.

Η σύγκρουση των ολίγων Ελλήνων με τους πάνοπλους Ιταλούς υπήρξε ιστορική, παρά την συνεχώς αυξανόμενη εχθρική δύναμη και στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου γράφτηκαν σελίδες ηρωισμού και αυτοθυσίας από το ελληνικό μέτωπο. Μέσα σε 15 ημέρες ο ελληνικός στρατός εκδίωξε τους Ιταλούς από τα πάτρια εδάφη και, περνώντας στην αντεπίθεση με τη βοήθεια του εθνικού στόλου, που εκτέλεσε τάχιστα τις μεταφορές ανδρών και εφοδίων, πέτυχε αλλεπάλληλες νίκες κατά των αντιπάλων, οι οποίες προκάλεσαν το θαυμασμό του ελεύθερου κόσμου και καταγράφτηκαν στις πρώτες νίκες των συμμάχων κατά του αήττητου ως τότε Άξονα. Όμως στις 29 Ιανουαρίου ο Ι. Μεταξάς πέθανε και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλ. Κορυζής

Ωστόσο αυτή η γιγαντιαία και νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού κάμφθηκε γρήγορα από την για συνεχή εικοσιτετράωρα πορεία και αναρρίχηση επάνω σε απόκρημνα και σκεπασμένα με χιόνια βουνά, χωρίς εφεδρείες, χωρίς ανάπαυση, χωρίς μέσα προστασίας κατά του ψύχους, με αποτέλεσμα χιλιάδες άνδρες να πάθουν κρυοπαγήματα και να χάσουν τα πόδια τους. Ο εχθρός, διαπιστώνοντας την κακή κατάσταση των Ελλήνων  στρατιωτών, εξαπέλυσε δυο γιγαντιαίες αντεπιθέσεις στα μέσα Φεβρουαρίου την πρώτη και τη δεύτερη  στις 9 Μαρτίου, τις οποίες ο ελληνικός στρατός απέκρουσε με γενναιότητα, αντιμετωπίζοντας τετραπλάσιες και πλέον εχθρικές δυνάμεις, που διέθεταν συγχρόνως και ισχυρή αεροπορία και σύγχρονα μηχανοκίνητα μέσα. Παρά τις απάνθρωπες συνθήκες διεξαγωγής του ελληνοϊταλικού πολέμου, τα γεγονότα έδειχναν ότι οι Έλληνες θα απωθούσαν τον εχθρό ως τα παράλια και θα τον αφάνιζαν, αν ο Χίτλερ δεν έσπευδε ξαφνικά να επιτεθεί και να διασώσει τον σύμμαχό του.

 γ. Η επίθεση των Γερμανών κατά της Ελλάδας

 Την 5.30 ώρα της 6ης Απριλίου 1941 και αφού ο Γερμανός πρεσβευτής επέδιδε στον Έλληνα πρωθυπουργό διακοίνωση αναγγελίας της γερμανικής επίθεσης, με τη δικαιολογία ότι η Ελλάδα δεν τήρησε ουδετερότητα, οι μηχανοκίνητες στρατιές του Χίτλερ, εφαρμόζοντας το σχέδιο «Μαρίτα», εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, πλήττοντας τα οχυρά των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, επικουρούμενες από βαρύ πυροβολικό και καταιγιστική αεροπορική δύναμη, που οι Έλληνες απέκρουσαν. Οι Γερμανοί ανέτρεψαν τη νοτιοσλαυική αντίσταση, εισέβαλαν στη Νότια Σερβία και με τη συνδρομή της Βουλγαρίας, που από 1ης Απριλίου 1941 συμμάχησε και επίσημα με τον ΄Αξονα, μέσα από την κοιλάδα του Αξιού, έφτασαν στα υψώματα του Μοναστηρίου και στις 8 Απριλίου 1941 έγιναν κάτοχοι της Θεσσαλονίκης, ενώ ο ελληνικός στρατός στο μέτωπο της Ανατολικής Μακεδονίας τέθηκε εκτός μάχης μετά από περικύκλωσή του από τα γερμανικά στρατεύματα και ο ελληνικός στρατός, που μαχόταν κατά των Ιταλών συμπτύχθηκε και υποχώρησε (12 Απριλίου), βαλλόμενος συνεχώς από τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες συγχρόνως βομβάρδισαν με τα αεροπλάνα τους το λιμάνι του Πειραιά, τα εκεί ναυλοχούντα ελληνικά πλοία και βύθισαν πολλά από αυτά. Ο διοικητής μέρους της στρατιάς της Δυτικής Μακεδονίας στρατηγός Τσολάκογλου, αφού συνεννοήθηκε με τους διοικητές και άλλων μονάδων, στις 20 Απριλίου 1941 υπέγραψε ανακωχή με τους Γερμανούς. Παράλληλα οι λίγες συμμαχικές δυνάμεις, που είχαν προστρέξει να συνδράμουν τον ελληνικόν αγώνα, υποχώρησαν, με τη βοήθεια ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων, και από την Πελοπόννησο πέρασαν στην Κρήτη. Από το σημείο αυτό και έπειτα οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες: στις 18 Απριλίου ο πρωθυπουργός Αλ. Κορυζής αυτοκτόνησε, στις 21 Απριλίου ο Εμμ. Τσουδερός σχημάτισε κυβέρνηση, στις 22 Απριλίου ο βασιλιάς και η κυβέρνηση, αναχώρησαν για την Κρήτη, δηλώνοντας με διάγγελμα ότι ο αγώνας για την απελευθέρωση της Ελλάδας θα συνεχιστεί, στις 27 Απριλίου οι Γερμανοί εισήλθαν στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου οι γερμανικές δυνάμεις αλεξιπτωτιστών, μετά από σφοδρό βομβαρδισμό, κατέλαβαν διάφορα επίκαιρα σημεία του νησιού και ένα αεροδρόμιο, παρά τη γενναία αντίσταση των περιορισμένων συμμαχικών δυνάμεων και του ηρωικού λαού της Κρήτης.

Ενισχυμένοι με νέες δυνάμεις τους οι Γερμανοί πέτυχαν την κατάληψη της Κρήτης και ο βασιλιάς και τα μέλη της κυβέρνησης διέφυγαν στην Αίγυπτο προς συνέχιση του αγώνα, ενώ τους ακολούθησαν και όλα τα πλοία του ελληνικού στόλου, που είχαν διαφύγει τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Μπορεί ο αγώνας των μικρών στρατιωτικών δυνάμεων της Ελλάδας εναντίον δυο μεγάλων αυτοκρατοριών να είχε αυτό το οικτρό τέλος, ωστόσο προκάλεσε σημαντική καθυστέρηση στις γερμανοϊταλικές στρατιές και έδωσε το χρόνο στις συμμαχικές δυνάμεις να προετοιμαστούν και να θριαμβεύσουν σε άλλα εξίσου σημαντικά μέτωπα.

 δ. Η Κατοχή

 Στην κατεχόμενη πλέον από τους Γερμανούς Ελλάδα, διορίστηκε κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου, τον οποίο στη συνέχεια διαδέχτηκαν με τη σειρά πρώτα οι Κ. Λογοθετόπουλος και Ι. Ράλλης, κυβερνήσεις, που διοικητικά βρίσκονταν στο πλευρό των Γερμανών. Η διοίκηση της Νότιας Ελλάδας δόθηκε στους Ιταλούς, που αναδείχτηκαν κυρίαρχοι της περιοχής, αν και ηττημένοι από τον ελληνικό στρατό. Η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη παραδόθηκαν στους Βουλγάρους, οι οποίοι πραγματοποίησαν φοβερές σφαγές και επέβαλαν απάνθρωπα μέτρα, προκειμένου να αλλοιώσουν τον εθνολογικό χαρακτήρα ιδίως της Μακεδονίας.

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, με την τελευταία κυβέρνηση της ελεύθερης Αθήνας συνέχιζε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή στο πλευρό των συμμάχων. Συγχρόνως στην Αθήνα υπήρχε και η κυβέρνηση Κατοχής. Οι δυο αυτές κυβερνήσεις ελάχιστα μπορούσαν να προσφέρουν στον χειμαζόμενο ελληνικό λαό, καθώς η εξόριστη κυβέρνηση περιοριζόταν αποκλειστικά σε διπλωματική και μόνον δράση, χωρίς λαό και έδαφος εθνικό και η εντός των ελληνικών συνόρων κατοχική κυβέρνηση δεν είχε τον έλεγχο του πλούτου των παραγωγικών πηγών της χώρας και φυσικά και του ελληνικού λαού, αφού τελούσε υπό την απόλυτη κατοχή των εισβολέων. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του εξωτερικού κατέστη γενικά αναξιόπιστη στο εσωτερικό της χώρας, άποψη, που μεταβλήθηκε κατά το τέλος της Κατοχής, όταν αναπτύσσοντας πρωτοβουλίες ανέκτησε και πάλι το κύρος της. Παράλληλα η κυβέρνηση του εσωτερικού δεν ασκούσε καμιά εξουσία και η πείνα, οι στερήσεις, οι διώξεις και η βία των κατακτητών, αλλά και τα διάφορα εσωτερικά κινήματα, έκαναν μισητή την κυβέρνηση εσωτερικού, η οποία λίγο πριν από την απελευθέρωση μερίμνησε να βελτιώσει την εικόνα της. Αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας άσκησης οποιασδήποτε εξουσίας από τη λειτουργία των δυο αδύναμων κυβερνήσεων ήταν η δημιουργία τρίτου κυβερνητικού σχήματος, εναντίον των δυο κυβερνήσεων εσωτερικού και εξωτερικού, που εκφράστηκε δυναμικά με το αντιστασιακό κίνημα.  

 ε. Εθνική αντίσταση

 Στην αρχή, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι Έλληνες εκδήλωσαν παθητική αντίσταση, η οποία γρήγορα μετατράπηκε σε ενεργό, με εκτεταμένες συνωμοσίες στις πόλεις και δράση ενόπλων δυνάμεων στην ύπαιθρο. Οργανώθηκαν συνωμοτικές ομάδες πατριωτών, που ενεργούσαν κάθε μορφής δολιοφθορές στον εχθρό, συνέλεγαν πληροφορίες για τα σχέδια, τις νηοπομπές και τις μετακινήσεις των Γερμανών και επιδίωκαν την άμεση επικοινωνία και συνεργασία τους με την ελληνική κυβέρνηση του  Καϊρου. Ακολούθησε η συστηματική διαφυγή Ελλήνων προς τη Μέση Ανατολή, από οργανωμένες σε επιλεγμένες βάσεις, όπως της Κρήτης, της Λακωνίας, της Αλοννήσου, της Εύβοιας, της Αντιπάρου και της Αττικής. Οι διαφεύγοντες παραλαμβάνονταν από ενδιάμεσους συμμαχικούς σταθμούς και προωθούνταν στις αρμόδιες υπηρεσίες. Η οργάνωση συστηματικής αντίστασης δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, αφού οι Γερμανοί επέδειξαν όλη τους την απανθρωπιά και σκληρότητα, προκειμένου να καταπνίξουν την εκδήλωση στασιαστικών κινημάτων στην κατεχόμενη Ελλάδα. Για το λόγο αυτό δεν κατέστη δυνατή η συγκρότηση ενιαίας; εθνικής αντίστασης και η δράση των μεμονωμένων ομάδων εναντίον των κατακτητών υπήρξε ανοργάνωτη και μεταξύ τους ασύνδετη.

Των αντιστασιακών οργανώσεων, που άρχισαν να εμφανίζονται από τις αρχές Ιουνίου 1941, προηγήθηκε ο Ε.Δ.Ε.Σ. (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος), με αρχηγό τον απόστρατο συνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα. Ακολούθησαν ο Ε.Α.Μ.(Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) – Ε.Λ.Α.Σ.(Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), πλαισιούμενοι από διάφορες υποομάδες, η Ε.Κ.Κ.Α. (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση), υπό τον αντισυνταγματάρχη Δημ. Ψαρρό, η Οργάνωση Τσιγάντε υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Τσιγάντε, η Ιεραρχία, την οποίαν αποτελούσαν ανώτεροι αξιωματικοί και πολίτες, η Εθνική Δράση με πρωτοβουλία αξιωματικών και πολιτών, που διευκόλυνε τη διαφυγή Ελλήνων στη Μέση Ανατολή, η Ρ.Α.Ν. υπό τους στρατηγούς Κ. Βεντήρη και Π. Σπηλιωτόπουλο, η Χ υπό τον συνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα αρχηγό της Ε.Ο.Κ.Α., ο Όμηρος υπό τον συνταγματάρχη Κιτριλάκη, η Αλίκη με τον πλοίαρχο Βασιλάκη και τους αντιπλοιάρχους Χασιώτη και Κωνσταντινίδη, ο Κόδρος, υπό τον Λυκουρέζο πλωτάρχη, η Π.Α.Ο. (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση), η οποία οργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1941 από ομάδα ανώτερων αξιωματικών, η Οργάνωση Αντών Τσαούς (Φωστερίδη) από τον Πόντο, που συνήγειρε κυρίως τους ακρίτες και πολλές άλλες περιοχές με μικρότερη όμως δράση και απήχηση.

Οι αντιστασιακές ομάδες, που αναφέρθηκαν, οργάνωσαν ή συμμετείχαν σε επιχειρήσεις κατά των κατακτητών, όπως ήταν η ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοπόταμου, οι μάχες στην περιοχή της Σκουληκαριάς, η επιχείρηση απόκρουσης των Γερμανών στο Κεράσοβο, η ανατίναξη των γεφυρών Καλογήρου και Στεβίνας, η σύγκρουση στα στενά του Μακρυνόρους κατά των Ιταλών, η μάχη στο Πέτα πλησίον της Άρτας μεταξύ Γερμανών και ανταρτών, αλλά και η διαμάχη ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον Δημ. Ψαρρό, καθώς και η επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ, είναι μερικές από τις πολυάριθμες επιχειρήσεις των αντιστασιακών οργανώσεων κατά των κατακτητών και μεταξύ τους, που αποδεικνύουν τους σκληρούς αγώνες των αντιστασιακών κατά τον Γερμανοϊταλών και συγχρόνως και τις εσωτερικές τους αντιπαλότητες. Άλλες επιχειρήσεις έλαβαν χώρα στη Μακεδονία, όπου έδρασε ο Αντώνιος Φωστερίδης από το φθινόπωρο του 1941 ως την απελευθέρωση, ενώ στην μεγαλόνησο Κρήτη η δράση των εθνικών ομάδων αντίστασης υπήρξε συνεχής και γενναία από την αρχή ως το τέλος με τη σύμπραξη οργανώσεων αντίστασης και ανταρτικών ομάδων. Παράλληλα με την οργανωμένη αντίσταση των ανταρτικών και άλλων ομάδων, καθολική εκδηλώθηκε η αντίσταση του ελληνικού λαού, ο οποίος, περιφρονώντας τα βάρβαρα μέτρα και αντίποινα των κατακτητών, έπληξε τους εισβολείς και επιβράδυνε την  επίθεση του Άξονα κατά της Ρωσίας. Χρυσές σελίδες πατριωτικής αφοσίωσης και θυσίας γράφτηκαν στα Καλάβρυτα, στην Καλαμάτα, στην Τρίπολη, στην Κορινθία, στο Αίγιο, στη Θεσσαλία, στην Κέρκυρα, στο Δίστομο, στο Κομμένο, στην Καρδίτσα, στην Αθήνα, στη Στερεά και σε πολλά άλλα μέρη, με εκατόμβες νεκρούς και πλήθος αιχμαλώτων.

Στις 27 Ιουνίου 1944, τελευταία περίοδο της Κατοχής, δυνάμεις του ΕΔΕΣ, στο προγεφύρωμα Ηγουμενίτσας – Πρέβεζας, κατέλαβαν την Παραμυθιά, την Πάργα και απελευθέρωσαν ολόκληρη τη Θεσπρωτία και στις 17/18 Αυγούστου 1944 διεξήχθη η μάχη της Μενίνας, με τη συμμετοχή  συνταγμάτων του ΕΔΕΣ, του Ιερού Λόχου και συμμαχικών αποστολών. Ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ την 1η και 2α Ιουλίου 1944, επιτέθηκαν στην από Γερμανούς οχυρωμένη Άμφισσα, ενέργεια, που προκάλεσε την αντεπίθεση μεγάλων γερμανικών δυνάμεων, οι οποίες στις 3 – 5 Αυγούστου 1944 ηττήθηκαν κατά κράτος στις Καρούτες Δωρίδας από το στρατό του ΕΛΑΣ.

Ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο η οργάνωση ανταρτικών αντιστασιακών ομάδων καθυστέρησε, λόγω αντιδράσεων του ΕΑΜ, το οποίο κυριαρχούσε με συστηματική οργάνωση στη χερσόνησο. Μόλις κατά τα μέσα του 1941 συγκροτήθηκαν μικρές ανταρτικές ομάδες, με κυριότερη την οργάνωση Ελληνικός Στρατός, ενώ συγχρόνως το ΕΑΜ εξόπλισε ομάδες ανταρτών στον Ταΰγετο, στον Πάρνωνα, στον Ερύμανθο και στη Γορτυνία. Το ΕΑΜ διέλυσε το ισχυρό εθνικό ανταρτικό σώμα του Ταϋγέτου και αργότερα στην Τριφυλία κατέβαλε το αξιόλογο εθνικό ανταρτικό σώμα του ταγματάρχη Καραχάλιου, τον οποίο το ΕΑΜ συνέλαβε και εκτέλεσε, ενώ στη Μεσσηνία φονεύτηκε ο ίλαρχος Βρετάκος με πέντε αξιωματικούς και 23 άνδρες του. Το τέλος της ύπαρξης εθνικών ανταρτικών ομάδων στην Πελοπόννησο σημειώθηκε το χειμώνα του 1943, με τη διάλυση στην Κορινθία της επίλεκτης εθνικής ανταρτικής ομάδας του ταγματάρχη Προκοπίου.   

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο ελληνικός πληθυσμός είχε τις ακόλουθες απώλειες: 5.000 σφαγιασθέντες ως αντίποινα των Γερμανών, 30.000, που εξοντώθηκαν από τους Βουλγάρους,  6.000 θανατικές αποφάσεις στρατοδικείων, 11.000 από ωμότητες αρχών Κατοχής, 40.000 όμηροι από Βουλγάρους, 10.000 όμηροι από Γερμανούς, 10.000 όμηροι από Ιταλούς (από τους ομήρους διασώθηκαν οι μισοί), 300.000 θάνατοι από πείνα και 400.000 από φυματίωση και άλλες ασθένειες.

 Η΄. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΩΣ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

 α. Γενικά

 Οι καταστροφές, που προκλήθηκαν από τα γεγονότα μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο πόλεμο, ήταν πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του πολέμου και της Κατοχής. Δεν ήταν μόνον η ωμή βία και η εγκληματική δράση, που επέδειξαν τα δυο αντίπαλα μέρη, αλλά και οι μέθοδοι και τα μέτρα, τα οποία έλαβε το κράτος και που σημάδεψαν τη φονική αγριότητα του εμφυλίου πολέμου. Κατά την περίοδο αυτή αναμετρήθηκαν οι αστικές με τις κομμουνιστικές δυνάμεις, γεγονός, που έπαιρνε διαστάσεις και πέρα από τα ελληνικά σύνορα, με συνέπεια ο αγώνας αυτός να επηρεαστεί σε βάθος από τον ασκούμενο στην περιοχή ανταγωνισμό των μεγάλων Δυνάμεων και των βαλκανικών ηγετικών τάσεων. Το πολιτικό εσωτερικό και εξωτερικό κλίμα του 1949 και έπειτα, είχε ως αποτέλεσμα να προβάλλεται στην Ελλάδα η απειλή της από τον κομμουνιστικό κόσμο, κατάσταση, που κυριάρχησε στην εξωτερική μας πολιτική ως το 1974.

Μεταπελευθερωτικά η Ελλάδα ήταν επηρεασμένη από την ατμόσφαιρα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και υπήρχε κενό εξουσίας, με τη μια κυβέρνηση στο εξωτερικό και την κατοχική στο εσωτερικό να μην εμπνέουν καμιά εμπιστοσύνη, με αποδιοργανωμένα τα πολιτικά κόμματα και τον ελληνικό στρατό να απουσιάζει αρχικά στη Μέση Ανατολή και αργότερα στην Ιταλία. Αυτή η χαλαρότητα ευνόησε τη συγκρότηση αντιστασιακών κινημάτων και συγχρόνως ανέβασε στο προσκήνιο το μαχητικό ΚΚΕ, που ως τότε παράνομο, διέθετε αξιόλογη οργάνωση και συγκρότησε κίνημα σε εθνικοαπελευθερωτική βάση. Συγκαλυμμένα το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ ανέλαβαν την πρωτοπορία της Εθνικής Αντίστασης, συγκεντρώνοντας στο δυναμικό τους πλήθος αγωνιστών από όλες τις κοινωνικές τάξεις και πριν ακόμη αποχωρήσουν οι Γερμανοί.

Αμέσως μετά την Κατοχή ο ΕΛΑΣ είχε παραμερίσει ή διαλύσει όλες σχεδόν τις άλλες αντιστασιακές ομάδες και οι καλά οπλισμένες ομάδες των πόλεων του ΕΛΑΣ βρέθηκαν αντιμέτωπες με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και την Ορεινή Ταξιαρχία (Ταξιαρχία του Ρίμινι). Έτσι οι δυνάμεις ασφαλείας της χώρας (τάγματα ασφαλείας, χωροφυλακή, αστυνομία πόλεων), καθώς και η υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα ισχυρή αντιστασιακή οργάνωση του ΕΔΕΣ, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με την ισχύ και ην οργάνωση του ΕΛΑΣ.

Στη «Συμφωνία των ποσοστών» μεταξύ Τσώρτσιλ και Στάλιν το φθινόπωρο του 1944, η Ελλάδα παραχωρήθηκε στη  επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας, κίνηση, που αφήνει να εννοηθεί ότι η Ρωσία είδε με ικανοποίηση την ήττα των Ελλήνων κομμουνιστών. Αυτή η στάση της ΕΣΣΔ προς το ΕΑΜ, ίσως ερμηνεύσει και την μετέπειτα στάση και τα σφάλματα του ΚΚΕ, ιδίως στα Δεκεμβριανά.

 β. «Δεκεμβριανά»

 Από τις αρχές Οκτωβρίου 1944 αποβιβάζονταν στην Πελοπόννησο βρετανικές δυνάμεις υπό τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπυ, αρχηγό των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Στις 18 Οκτωβρίου 1944 έφτασε στην Αθήνα η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος έδωσε πολλές υποσχέσεις προς κάθε κατεύθυνση, στις 20 Οκτωβρίου ορκίστηκε η πρώτη μεταπολεμική ελληνική κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, με τη συμμετοχή σε αυτήν έξι υπουργών του ΕΑΜ.  Η κυβέρνηση και οι Άγγλοι, εκμεταλλευόμενοι τις γενόμενες παραχωρήσεις τους προς το ΕΑΜ, προέβησαν σε ενίσχυση της χωροφυλακής και υποστήριξαν τα τάγματα ασφαλείας, κίνηση, που προκάλεσε την καχυποψία της Αριστεράς, κυρίως μετά την άφιξη στην Αθήνα της Ορεινής Ταξιαρχίας κατά τον μήνα Νοέμβριο. Καθώς οι αστικές πολιτικές δυνάμεις επιδίωξαν τη διάλυση του ΕΛΑΣ και την υπαγωγή του στο στρατό του Σκόμπυ, τα πράγματα οξύνθηκαν επικίνδυνα. Η αναζήτηση λύσης δεν επιτεύχθηκε και ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε από τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ να αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου. Την απόφαση του πρωθυπουργού υιοθέτησε και ο Σκόμπυ, το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε το σχετικό διάταγμα, χωρίς όμως τη συμμετοχή των εαμικών μελών και τότε το ΕΑΜ διέπραξε το σφάλμα να αποσύρει από την κυβέρνηση τους υπουργούς του, αποστερώντας έτσι την Αριστερά από έναν σημαντικό μοχλό άσκησης πίεσης.

Αντιδρώντας η Αριστερά συγκάλεσε στις 3 Δεκεμβρίου παναθηναϊκό συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, το οποίο, παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης, που πραγματοποιήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος. Κατά τη διάρκεια του συλλαλητηρίου ξαφνικά πυρά, προερχόμενα από την πλευρά των Παλαιών Ανακτόρων, έπληξαν τους διαδηλωτές, οι οποίοι ανταπέδωσαν τα πυρά και οι συγκρούσεις κράτησαν έναν περίπου μήνα, με θύματα εκατέρωθεν. Νέο συλλαλητήριο του ΕΑΜ, που έγινε στις 4 Δεκεμβρίου, με αφορμή τα θύματα του πρώτου, δέχτηκε και πάλι τα πυρά, με νέα θύματα. Το ίδιο βράδυ ο Γ. Παπανδρέου παραιτήθηκε, αλλά  υπό την πίεση των Βρετανών, ο πρωθυπουργός ανακάλεσε την απόφασή του.

Όπως ήταν επόμενο οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν και οι δυνάμεις του ΕΑΜ κατόρθωσαν να περιορίσουν τις αντίπαλες δυνάμεις στην περιοχή του Συντάγματος, στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη και στο Γουδί, όπου στρατοπέδευε και η Ορεινή Ταξιαρχία. Ο στην αρχή κυρίαρχος των επιχειρήσεων ΕΛΑΣ, μη εκτιμώντας σωστά την ισχύ των εθνικών δυνάμεων, διέπραξε το λάθος να κάνει διασπορά των δυνάμεών του στο μέτωπο της Ηπείρου, προκειμένου να πλήξει το σώμα του Ναπολέοντα Ζέρβα ΕΔΕΣ. Με την κατ’ αυτό τον τρόπο αποδυνάμωση του ΕΛΑΣ και την ταυτόχρονη άφιξη βρετανικών επικουριών στην Αθήνα, οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισαν να επικρατούν, ενώ στην πρωτεύουσα έφτασαν ο Βρετανός στρατάρχης Αλεξάντερ διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων της Μεσογείου,  καθώς και Βρετανός πρόεδρος στο συμμαχικό στρατηγείο της Μεσογείου, ο υπουργός Χάρολντ ΜακΜίλαν, ακολουθούμενος από τον ο ίδιο τον Τσώρτσιλ και τον υπουργό εξωτερικών Άντονυ Ήντεν.

Υπό την πίεση των βρετανικών δυνάμεων ο ΕΛΑΣ στις 5 Ιανουαρίου 1945 αποχώρησε από την Αθήνα, παίρνοντας όμως μαζί του και ομήρους. Με συμφωνία της 13ης Ιανουαρίου 1945 μεταξύ Βρετανών και ΕΑΜ, αποφασίστηκε η απόσυρση  του ΕΛΑΣ από την Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη και ορισμένα νησιά.  Στις 11 Δεκεμβρίου ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός ανέλαβε το αξίωμα του αντιβασιλιά και στις 31 Ιανουαρίου 1945 ο Νικόλαος Πλαστήρας σχημάτισε κυβέρνηση, μετά την παραίτηση του Γ. Παπανδρέου. Με τη συμφωνία της Βάρκιζας προβλέφτηκε η αποστρατεία του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής, η παράδοση του οπλισμού τους, η άρση του στρατιωτικού νόμου, η γενική στρατολογία, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος και εκλογών, η χορήγηση αμνηστίας για πολιτικά αδικήματα, που είχαν τελεστεί από τις 3 Δεκεμβρίου 1944, η αναδιάρθρωση των σωμάτων ασφαλείας και άλλα. Ο ΕΛΑΣ αυτοδιαλύθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1945, η συμφωνία της Βάρκιζας δεν εφαρμόστηκε από κανένα μέρος και φυσικά δεν έφερε στο εσωτερικό της χώρας την ειρήνη, με το ΕΑΜ να έχει δεχτεί αρκετά πλήγματα, με συνέπεια να θεωρήσει τη συμφωνία ως πράξη ανακωχής και ως ευκαιρία ανασύνταξης των δυνάμεών του για την βίαιη κατάληψη της εξουσίας της χώρας.

Στο μεταξύ η κυβερνητική πλευρά εξαπέλυσε κύμα συλλήψεων και δικαστικών διώξεων οπαδών του ΕΑΜ, παραβιάζοντας απροσχημάτιστα ατομικά δικαιώματα και διαπράττοντας ακρότητες και από αντιεαμικές ομάδες διαπράχτηκαν ωμότητες και αντεκδικήσεις, οι οποίες γενικεύτηκαν και είχαν σαν συνέπεια να συστρατευθούν στο ΚΚΕ όλοι οι βασανισμένοι και διωγμένοι πολίτες, που, για να σωθούν, αναζήτησαν διαφυγή στα βουνά κοντά στους αντάρτες. Συγχρόνως οι συνεργάτες των Γερμανών, οι δοσίλογοι και οι επί Κατοχής πρωθυπουργοί, που δεν τιμωρήθηκαν, καθώς ήταν η επιθυμία του ΕΑΜ, οδήγησαν αναπόφευκτα σε νέα εμφύλια σύγκρουση, ύστερα από τα Δεκεμβριανά.

Την άνοιξη του 1945 γενικός γραμματέας του ΚΚΕ ανέλαβε ο Νίκος Ζαχαριάδης, εκλογή, που απομόνωσε τον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος καταδιώχτηκε και βρήκε το θάνατο τον Ιούνιο του 1945. Μετά τη συνθηκολόγηση των Γερμανών στις 8 Μαΐου 1945, τερματίστηκε ο νικηφόρος πόλεμος στην Ευρώπη. Ωστόσο η αντικομμουνιστική δράση και η αυτοάμυνα της Αριστεράς δημιούργησαν έντονη πόλωση, η οποία κατέστη οξύτερη στο διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 1945 έως Ιανουάριο του 1946 και κορυφώθηκε με την πραγματοποίηση μεγάλων συλλαλητηρίων από το ΚΚΕ και τα αστικά κόμματα στην Αθήνα. Στη δύσκολη αυτή οικονομική κατάσταση, την οποία όμως ανακούφιζε η αμερικανική βοήθεια UNRRA, πρέπει να προστεθεί και η αγγλική πίεση για διενέργεια δημοψηφίσματος προς επαναφορά του βασιλιά. Τα πράγματα χειροτέρεψαν με τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου του 1946 και τη λανθασμένη απόφαση ΕΑΜ – ΚΚΕ να απόσχουν από αυτές, παραδίδοντας άθελά τους το κράτος στην κυβέρνηση. Στις εκλογές τελικά επικράτησε η καθαρά δεξιά παράταξη του Κ. Τσαλδάρη. Κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες πόλωσης Αριστεράς και νέας κυβέρνησης, τα πράγματα νομοτελειακά οδηγούσαν σε εμφύλια σύρραξη, η οποία εκδηλώθηκε ξαφνικά με επίθεση ισχυρής  κομμουνιστικής δύναμης ενόπλων εναντίον τμήματος χωροφυλακής και εθνοφυλακής στο Λιτόχωρο του Ολύμπου, επίθεση, που καταγράφεται ως το πρώτο επεισόδιο του εμφυλίου πολέμου 1946 – 1949.

 γ. Ο Εμφύλιος πόλεμος (1946 – 1949)

 Με ενέργειες του Ν. Ζαχαριάδη από τον Μάρτιο του 1946 συγκροτήθηκε ισχυρός κομμουνιστικός άξονας Σόφιας – Βελιγραδίου, με την έγκριση της ΕΣΣΔ, ο οποίος, κατά την εκτίμηση της ελληνικής κυβέρνησης, απειλούσε και το πολιτικό καθεστώς της χώρας και την ακεραιότητά της και εξαιτίας αυτού του κινδύνου κατηγόρησε το ΚΚΕ στην ελληνική κοινή γνώμη ως κόμμα μειοδοτικό, παραβλέποντας ωστόσο τους αντίρροπους παράγοντες στη θέση της μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας και την ταυτόχρονη έναρξη του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Εξάλλου η Αλβανία, η Γιουγκοσλαβία και η Βουλγαρία βοηθούσαν τις δυνάμεις του ΚΚΕ καθ’ όλη τη διάρκεια  του εμφύλιου και επέτειναν έτσι τον κίνδυνο εξάπλωσης της εμφύλιας σύγκρουσης. Επίσης δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα κράτη αυτά προσέφεραν προστασία και ανεφοδιασμό της Αριστεράς και ότι σε αυτά τα κράτη βρήκαν τελικά καταφύγιο οι κομμουνιστικές δυνάμεις, όταν πιέστηκαν από τον τακτικό ελληνικό στρατό. Η μετά από ελληνική προσφυγή απόφαση του ΟΗΕ απέτρεψε τη διεθνή επέκταση του πολέμου μεταξύ αυτών των κρατών και της Ελλάδας και κράτησε τον εμφύλιο μόνο μέσα στον εθνικό μας χώρο.

Οι γενικευμένες συγκρούσεις ανάμεσα στο ΚΚΕ και στον κυβερνητικό στρατό ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1946 από τη Βόρεια Ελλάδα, περιοχή, που εξασφάλιζε τη βοήθεια Αλβανίας – Βουλγαρίας – Γιουγκοσλαβίας, αλλά και μέρος διαφυγής σε περίπτωση κακής έκβασης του εγχειρήματος. Η κυβέρνηση κινητοποίησε αμέσως και, φρουρώντας αυτές τις περιοχές , καταδίωξε τους αντάρτες και με το Ψήφισμα Γ΄ απειλούσε με ποινή θανάτου τις περιπτώσεις ένοπλης δράσης από τα στρατοδικεία και ακολούθησαν συλλήψεις και εκτοπίσεις αριστερών. Με το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 για το πολιτειακό, εγκρίθηκε η επάνοδος της μοναρχίας, με το σκεπτικό ότι ο θεσμός της μοναρχίας ήταν ο μόνος, που σταθεροποιούσε την έκρυθμη κατάσταση στον τόπο. Τον Γεώργιο Β΄, μετά το θάνατό του, διαδέχτηκε στο θρόνο την 1η Απριλίου 1947, ο διάδοχός του Παύλος.

Ωστόσο το ΚΚΕ με τον ανταρτοπόλεμο, που εφάρμοσε, στην αρχή σημείωσε επιτυχίες, καταλαμβάνοντας προσωρινά τη Νάουσα, τη Δεσκάτη, την Υπάτη και το 1947 τη Σπάρτη. Στο Γενικό Στρατηγείο, το οποίο συγκροτήθηκε στα τέλη Οκτωβρίου 1946, οι δυνάμεις του ΚΚΕ ενοποιήθηκαν διοικητικά στον Δημοκρατικό Στρατό. Η δράση όμως του τακτικού στρατού ήταν περιορισμένη, χωρίς να έχει κάποιες ουσιώδεις επιτυχίες. Ο κίνδυνος επικράτησης του κομμουνιστικού συνασπισμού στη Ελλάδα, την Τουρκία και την Ιταλία προέβαλε άμεσος και ήταν αυτός, που οδήγησε στην υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, για το δόγμα Τρούμαν, το οποίο αν και προσέφερε σημαντική βοήθεια στη χώρα, εντούτοις δεν επηρέασε αμέσως την πορεία του πολέμου.

Η αποτυχία του τακτικού στρατού στη Βόρεια Ήπειρο το καλοκαίρι του 1947 στην αναμέτρησή του με τον Δημοκρατικό Στρατό ανέτρεψε την κυβέρνηση Μαξίμου, ενώ ο Μάρκος Βαφειάδης ζητούσε επίμονα την κατάργηση της μοναρχίας και χωρίς βέβαια επιτυχία τη διεθνή αναγνώριση του ΚΚΕ. Μετά την παραχώρηση αμνηστίας στους κομμουνιστές, το ΚΚΕ ανακήρυξε «Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση» υπό τον Μάρκο Βαφειάδη, ο οποίος απέτυχε να καταλάβει την Κόνιτσα, που προόριζε για προσωρινή πρωτεύουσα της «Κυβέρνησής» του. Τότε η κυβέρνηση αποφάσισε με τον ΑΝ 509 της 27 Δεκεμβρίου 1947 να θέσει εκτός νόμου το ΚΚΕ. Στο μεταξύ προέκυψε διαφωνία μεταξύ Ν. Ζαχαριάδη και Μ. Βαφειάδη αναφορικά με το είδος της τακτικής διεξαγωγής του πολέμου του Δημοκρατικού Στρατού. Παράλληλα η αμερικανική βοήθεια άρχισε φανερά να τονώνει την ισχύ του τακτικού στρατού, ο οποίος εκδίωξε τον Δημοκρατικό Στρατό από τη Στερεά Ελλάδα και το καλοκαίρι του 1948 και από τον Γράμμο.

Παρά το γεγονός ότι η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία αποσύρονταν από τον κομμουνιστικό άξονα, εντούτοις συνέχισαν τη βοήθειά τους προς τους κομμουνιστές. Ταυτόχρονα στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε αναδιοργάνωση του τακτικού στρατού. Τον Ιανουάριο του 1948 ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος κατέλαβε τη νεοσυσταθείσα θέση του Αρχιστρατήγου και ενισχύοντας σημαντικά τη δύναμη πυρός της αεροπορίας, απέκτησε ένα νέο και αποτελεσματικό όπλο κατά των αντιπάλων του. Στα τέλη του 1948 ο τακτικός στρατός εκτέλεσε εκκαθαρίσεις στην Πελοπόννησο, αποκτώντας τον έλεγχο της περιοχής. Από την πλευρά του το ΚΚΕ συνέχισε τον αγώνα του, με τον Ν. Ζαχαριάδη να επικρατεί του Μ. Βαφειάδη, αλλά κατηγορήθηκε στο εσωτερικό για προδοσία στο Μακεδονικό και υπέστη σοβαρές ζημιές από το κλείσιμο των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας από τον στρατάρχη Τίτο τον Ιούλιο 1949. Από τον Μάιο του 1949 ο τακτικός στρατός επιχείρησε σαρωτικές εκκαθαρίσεις σε Στερεά και Θεσσαλία, ενώ ο Δημοκρατικός Στρατός, εγκλωβισμένος στο Γράμμο και στο Βίτσι, μετά από οργανωμένη επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων, υπέκυψε τον Αύγουστο του 1949 και μικρά τμήματα κομμουνιστών πέρασαν στις φίλιες γειτονικές χώρες, μαζί με τμήμα σλαβοφώνων, που δεν είχαν αποκτήσει ελληνική συνείδηση.

 Θ΄. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΕΩΣ ΤΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΥ»

 α. Γενικά

 Ο Εμφύλιος Πόλεμος, που περατώθηκε επί κυβέρνησης Αλεξ. Διομήδη, άφησε την Ελλάδα βαθιά διχασμένη και βαριά τραυματισμένη, κατάσταση, που επηρέασε δυσάρεστα τις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις και υπήρξε εξαιρετικά ανασταλτική στην οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη της χώρας και συγχρόνως προκάλεσε θύματα, τραυματίες, φυγή από τον τόπο τους πλήθους πολιτών, οι οποίοι συνέρευσαν από την ύπαιθρο στα μεγάλα αστικά κέντρα και 100.000 αντάρτες να ζητήσουν άσυλο σε ανατολικές χώρες. Περί το τέλος του 1949 εμφανίστηκε ο αρχιστράτηγος Αλ. Παπάγος με βαθιά λαϊκά ερείσματα και εμφανή προοπτική ανάμιξής του στην πολιτική ζωή της χώρας, κίνηση, που ευνοούσαν οι Αμερικανοί.

Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 πρώτο αναδείχτηκε το κόμμα του Κων. Τσαλδάρη. Ακολούθησαν διάφοροι σχηματισμοί και στις 15 Απριλίου συγκροτήθηκε κυβέρνηση υπό τον Ν. Πλαστήρα, θιασώτη της πολιτικής «λήθης» και αντιπρόεδρο τον Γ. Παπανδρέου. Ο Ν. Πλαστήρας  ήλθε σε ρήξη με τα Ανάκτορα, με αφορμή την αποστολή ελληνικής εκστρατευτικής δύναμης στον Πόλεμο της Κορέας (25 Ιουνίου 1950)*. Την πτώση της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα διαδέχτηκαν πρόσκαιρα κυβερνητικά σχήματα, με τελευταίο την κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου, 3 Νοεμβρίου 1950, που κυβέρνησε επί ένα χρόνο. Η λύση του Αλ. Παπάγου, που προβαλλόταν επιτακτικά, με πολιτικό εκπρόσωπο τον Σπύρο Μαρκεζίνη, δεν ήταν της έγκρισης του Στέμματος, πλην όμως την προωθούσαν έντονα οι ΗΠΑ. Όταν ο Αλ. Παπάγος παραιτήθηκε από την αρχιστρατηγία στις 29 Μαΐου 1951, ο Ιερός Σύνδεσμος Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕ), επιχείρησε να επαναφέρει τον στρατάρχη στη θέση του, επειδή οι αξιωματικοί πίστευαν ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, κίνηση, βέβαια, που τερματίστηκε με την παρέμβαση του ίδιου του Αλ. Παπάγου στις 31 Μαΐου 1951. Ο Αλ. Παπάγος ανακοίνωσε την ίδρυση του «Ελληνικού Συναγερμού» στις 11 Αυγούστου, ενώ είχε προηγηθεί ο σχηματισμός της Ενιαίας Αριστεράς (ΕΔΑ). Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 το κόμμα του «Ελληνικού Συναγερμού» ήλθε πρώτο, χωρίς όμως να διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, με συνέπεια να σχηματίσει κυβέρνηση ο Ν. Πλαστήρας στις 27 Οκτωβρίου 1951, μετά από την άρνηση σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας με τον Αλ. Παπάγο.

——————————————————————-

*  Ο Πόλεμος της Κορέας (25 Ιουνίου 1950 – 27 Ιουλίου 1953): Ο Πόλεμος της Κορέας διήρκεσε τρία χρόνια και 33 ημέρες. Κατά τη διάρκειά του περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, τραυματίστηκαν ή αγνοούνται μέχρι σήμερα. Οι απώλειες των Κινέζων ανήλθαν σε ένα εκατομμύριο άνδρες, ενώ οι Βορειοκορεάτες έχασαν 500.000 άνδρες, οι Νοτιοκορεάτες 270.000 και οι Αμερικανοί 54.000 άνδρες.

Η Ελλάδα έλαβε μέρος στον Πόλεμο της Κορέας με ένα τάγμα 1.000 ανδρών πεζικού, το οποίο αναχώρησε την 16η Νοεμβρίου 1950 και έφτασε στην Κορέα στις 9 Δεκεμβρίου 1950. Από τις 22 αποστολές Αντικαταστάσεων οι πρώτες 15 έζησαν τη φρίκη του πολέμου. Στις 11 Νοεμβρίου αναχώρησαν από την Ελλάδα επτά ντακότες, που αποτελούσαν τη δύναμη του 13ου Σμήνους. Ο πρώτος Έλληνας νεκρός έπεσε στις 4 – 5 Ιανουαρίου 1951 και ήταν ο στρατιώτης Σταύρος Δρακόπουλος, διαβιβαστής πεζικού από τον Πειραιά. Οι Έλληνες στρατιώτες υπεράσπισαν τα Υψώματα 381 και 402, το Ύψωμα Σκοτς, το Ύψωμα Μεγάλο Νόρι, το Ύψωμα Χάρι, το Κουμσόλη, με σημαντικές επιτυχίες, αλλά και αρκετές απώλειες. Οι εμπλοκές των Ελλήνων στον Πόλεμο αυτό ήταν ποικίλες: αγώνες αμυντικοί, επιθετικές ενέργειες, νυχτερινές ενέδρες, ανορθόδοξος πόλεμος, περιπολίες, αποστολές αναγνώρισης και άλλα.

Το τίμημα της συμμετοχής στον Πόλεμο της Κορέας ήταν βαρύ για τους Έλληνες: νεκροί 182 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες, τραυματίες 607 (33 αξιωματικοί και 577 οπλίτες). Στα θύματα αυτά πρέπει να προστεθούν και 12 νεκροί αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και σμηνίτες του 13ου Σμήνους. Η συμμετοχή της Πελοποννήσου στο τάγμα της Κορέας ήταν μεγάλη και προερχόταν από όλα τα διαμερίσματα της χερσονήσου, με πρώτη την Αρκαδία και μετά την Μεσσηνία. Στον πόλεμο της Κορέας χάθηκαν 30 Πελοποννήσιοι (δυο αξιωματικοί και 28  υπαξιωματικοί και οπλίτες.

 

Επί κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα τέθηκε σε εφαρμογή το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας (1952), πρωτοβουλία, που ζημίωσε την κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την καταδίκη και εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, τη συνωμοσία στην Αεροπορία του 1962 και την ασθένεια του Πλαστήρα, και υπό την πίεση των Αμερικανών και το αίτημα του Ελληνικού Συναγερμού για προσφυγή σε εκλογές, η κυβέρνηση οδηγήθηκε σε παραίτηση στις 16 Νοεμβρίου 1962.

 β. Η κυβέρνηση του «Ελληνικού Συναγερμού»

 Με την νίκη του «Ελληνικού Συναγερμού στις 16 Νοεμβρίου 1962, ο Αλέξ. Παπάγος, με την εδραίωση της συντηρητικής παράταξης στην εξουσία, εγκαινίασε μια νέα περίοδο πολιτικής σταθερότητας για μια 11ετία. Στη νέα κυβέρνηση πήραν μέρος οι: Στέφ. Στεφανόπουλος (Εξωτερικών), Εμμ. Τσουδερός (άνευ χαρτοφυλακίου), Κ. Καραμανλής (Δημ. Έργων) και Π. Κανελλόπουλος (Εθνικής Άμυνας), με οικονομικό υπεύθυνο τον Σπύρο Μαρκεζίνη (Συντονισμού). Με την πλειοψηφία, που διέθετε η νέα κυβέρνηση, ο Σπ. Μαρκεζίνης προέβη στη λήψη ριζοσπαστικών οικονομικών μέτρων, με κορυφαίο την κατά 50% υποτίμηση της ελληνικής δραχμής έναντι του δολαρίου των ΗΠΑ (9 Απριλίου 1953). Και ενώ η οικονομική πορεία του Σπ. Μαρκεζίνη συνέχιζε την ανοδική της πορεία, στις 29 Μαρτίου 1954, ο Σπ. Μαρκεζίνης παραιτήθηκε, ύστερα από διαφωνία του με τον πρωθυπουργό σε θέματα πολιτικά και οικονομικά, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι ο Αλ. Παπάγος δεν τήρησε την υπόσχεσή του να του αναθέσει το υπουργείο Εξωτερικών για να διαχειριστεί εκείνος το επίμαχο κυπριακό. Στη συνέχεια ο Σπ. Μαρκεζίνης τον Φεβρουάριο του 1955 ίδρυσε το Κόμμα των Προοδευτικών. Ο Αλ. Παπάγος όρισε τους Στέφ. Στεφανόπουλο και Π. Κανελλόπουλο ως αντιπροέδρους και τον δραστήριο Κ. Καραμανλή υπουργό στα ενωμένα υπουργεία Συγκοινωνιών και Δημ. Έργων, ενώ η Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ένωση του Γ. Παπανδρέου σημείωνε την πρώτη παρουσία της ως αντιπολίτευση.

Επακολούθησε η κακή υγεία του πρωθυπουργού, η έναρξη δράσης της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) υπό τον Γ. Γρίβα, ο ανταγωνισμός για τη διαδοχή του Αλ. Παπάγου, οι διώξεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης τον Οκτώβριο 1955, που κατέληξαν στον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Στέφ. Στεφανόπουλο. Ο Αλ. Παπάγος πέθανε στις 4 Οκτωβρίου 1955. Όταν ο Στέφ. Στεφανόπουλος υπέβαλε την παραίτησή του, βέβαιος ότι θα του ανατεθεί  ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης, την επομένη, με παρέμβαση του βασιλιά Παύλου, η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δόθηκε στον Κ. Καραμανλή, που είχε την εύνοια των Ανακτόρων.

Με το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ, η Αμερική ανέλαβε το ρόλο της προστάτιδας Δύναμης της Ελλάδας, σχέση, που ενισχύθηκε με την  ένταξη της χώρας μας στο Σύμφωνο του ΝΑΤΟ και σε αντάλλαγμα την παραχώρηση διευκολύνσεων στην  υπερατλαντική υπερδύναμη. Ακολούθησε το πολιτικό άνοιγμα του Τίτο μέσω της Ελλάδας μετά τη ρήξη του με τον Στάλιν. Ύστερα από πολλές πολιτικές και διπλωματικές διαβουλεύσεις, την  παρέμβαση των Άγγλων προς υποστήριξη των συμφερόντων τους στην Κύπρο και τη προώθηση από τον Μακάριο προσφυγής προς επίλυση του Κυπριακού στον ΟΗΕ, παρά την εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης να διατηρηθεί ο χειρισμός του Κυπριακού σε διμερείς συνομιλίες με τη αγγλική κυβέρνηση, η Ελλάδα του Αλ. Παπάγου τον Αύγουστο του 1954 προσέφυγε στον ΟΗΕ, προσφυγή που καταψηφίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη.  Η πολιτική της Ελλάδας στο Κυπριακό άλλαξε και υιοθετήθηκε ο ένοπλος αγώνας, τον οποίον εγκαινίασε η ΕΟΚΑ την 1η Απριλίου 1955, υπό τον πρώην συνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα – Διγενή, ο οποίος εξαπέλυσε επιθέσεις κατά πολιτικών και στρατιωτικών στόχων, που από την πλευρά των Άγγλων αντιμετωπίστηκαν με σκληρά και απάνθρωπα αντίποινα και επιπλέον τότε η Αγγλία προέβη στην αναγνώριση της Τουρκίας ως Τρίτης ενδιαφερόμενης χώρας στην Κύπρο. Στη συνέχεια η Αγγλία την 1η Ιουλίου ανακοίνωσε και συγκάλεσε στις 29 Αυγούστου στο Λονδίνο Τριμερή Διάσκεψη, με θέμα το Κυπριακό και με τη συμμετοχή Ελλάδας, Βρετανίας και Τουρκίας. Η διαβουλεύσεις στη Διάσκεψη ναυάγησαν, αλλά πριν να λήξει, σημαδεύτηκε από τις θηριωδίες των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη στις 6 Σεπτεμβρίου 1955, μεθοδευμένες από την τουρκική κυβέρνηση, η οποία σηματοδότησε τον νέο ξεριζωμό Ελλήνων, ανάλογο με εκείνον του 1922.

 

Ι΄. ΑΠΟ ΤΟΝ Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ 1965

 α. Εισαγωγικά

 Με εντολή του βασιλιά Παύλου ο Κ. Καραμανλής σχημάτισε κυβέρνηση στις 6 Οκτωβρίου 1955 και στις 4 Ιανουαρίου 1956 ανήγγειλε την ίδρυση του κόμματος της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ), στην οποία εντάχτηκε σχεδόν το σύνολο των βουλευτών του Ελληνικού Συναγερμού. Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις και η σύμπραξη πολλών αντιπολιτευτικών  σχηματισμών, ανάγκασαν σε παραίτηση τον Κ. Καραμανλή και σε προκήρυξη νέων εκλογών στις 19 Φεβρουαρίου 1956, στις οποίες η ΕΡΕ αναδείχτηκε πρώτο κόμμα (165 έδρες) και με δεύτερο κόμμα τη Δημοκρατική Ένωση του Γ. Παπανδρέου (132 έδρες). Ωστόσο η πρόταση διχοτόμησης της Κύπρου από τον Άγγλο διοικητή της Σερ Τζων Χάρτινγκ, η εξορία του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες στις 9 Μαρτίου 1956, ο διορισμός στο υπουργείο εξωτερικών του Ευάγγ. Αβέρωφ, η άσκοπη εισήγηση της κυβέρνησης στη Βουλή για αύξηση της βασιλικής χορηγίας, οι διώξεις αριστερών, η εκτέλεση των Κυπρίων αγωνιστών Καραολή και Δημητρίου, σε συνδυασμό με τους σεισμούς στη Σαντορίνη και στο Βόλο (Ιούλιος 1956 και Μάρτιος 1957 αντίστοιχα), όξυναν τα πράγματα, ψηφίστηκε στο μεταξύ εκλογικός νόμος ενισχυμένης αναλογικής, για να περιοριστεί η δύναμη της ΕΔΑ, ύστερα από συμφωνία ΕΡΕ και Γ. Παπανδρέου. Αποτέλεσμα αυτής της ρευστής κατάστασης ήταν στα τέλη Φεβρουαρίου 1958, 15 βουλευτές της ΕΡΕ υπό τον Γ. Ράλλη και Π. Παπαληγούρα να αποσχιστούν από την κυβέρνηση, η οποία παραιτήθηκε και προκήρυξε εκλογές για τις 11 Μαΐου 1958. Πρώτο κόμμα αναδείχτηκε η ΕΡΕ (171 έδρες) και η ΕΔΑ (79 έδρες) ως αξιωματική αντιπολίτευση. Στη νέα κυβέρνηση προσχώρησε και ο Π. Κανελλόπουλος ως αντιπρόεδρος.

Στις θετικές ενέργειες της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή εντάσσεται η υπογραφή συμφωνίας Ζυρίχης – Λονδίνου προς εφαρμογή του Συντάγματος στην Κύπρο και η υπογραφή Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ. Η βρετανική κυβέρνηση του ΜακΜίλαν τον Απρίλιο του 1957 ανακάλεσε από την εξορία τον Μακάριο και διόρισε αντί του Χάρτινγκ διοικητή της Κύπρου τον Σερ Χιού Φουτ, εξαγγέλλοντας συγχρόνως διχοτομικό σχέδιο για την Κύπρο, με ταυτόχρονη κυριαρχία βρετανική, τουρκική και ελληνική, που απέρριψε η Ελλάδα και η Κύπρος. Ακολούθησε η θέση του Μακαρίου ότι δεν επιθυμούσε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και υιοθέτηση της ανεξαρτησίας του νησιού.

Αργότερα, στην Πενταμελή Διάσκεψη του Λονδίνου συμφωνήθηκε η ανεξαρτησία της Κύπρου, πλην των κατεχομένων από τους Άγγλους εδαφών, που παραχωρήθηκαν στη Βρετανία. Το νέο κυπριακό κράτος τελούσε υπό την εγγύηση Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας και η Κυπριακή Δημοκρατία ανακηρύχτηκε επίσημα στις 16 Αυγούστου 1960, με πρόεδρο τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο και την Τουρκία να αποκτά δικαιώματα επέμβασης στη Δημοκρατία της Κύπρου. Στις 9 Ιουλίου 1961 υπογράφτηκε στην Αθήνα η Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ.

Κατά την ίδια περίοδο η αντιπολίτευση δεν κατάφερε να ενωθεί και να ανδρωθεί δυναμικά και έτσι μοιρασμένη σε πλήθος κομμάτων, επέτρεψε στη Δεξιά να συνεχίσει την άσκηση της πολιτικής εξουσίας, χωρίς να συντελεστεί κανένας εκσυγχρονισμός στην ελληνική πολιτική κονίστρα, την οποία ωστόσο μάστιζε η εσωτερική μετανάστευση, το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας και η εμφάνιση φιλελεύθερων κοινωνικών απαιτήσεων, οι οποίες αναζητούσαν επίμονα πολιτική έκφραση μέσα σε αυτή τη δίνη της μετεμφυλιακής φάσης της. Η Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου, που ιδρύθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1961, συνέλαβε ακριβώς αυτά τα νέα μηνύματα και τα αξιοποίησε αμέσως μετά. Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, η ΕΡΕ ήταν το πρώτο κόμμα, αλλά κατηγορήθηκε από την αντιπολίτευση για χάλκευση και νοθεία του εκλογικού αποτελέσματος από τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό αντιστράτηγο Κων. Δόβα. Μη αναγνωρίζοντας τη νομιμότητα της νέας κυβέρνησης της ΕΡΕ ο Γ. Παπανδρέου κήρυξε εναντίον της «ανένδοτον αγώνα» από τις 18 Μαρτίου 1962.

Η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, αντιμετωπίζοντας  σοβαρές αγροτικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις, τη ρήξη του πρωθυπουργού με το Στέμμα και το γάμο της Σοφίας με τον πρίγκιπα Χουάν Κάρλος της Ισπανίας, προκάλεσαν βαθιά αποδιοργάνωσή της, την οποία ολοκλήρωσε και κυριολεκτικά αποσύνθεσε η δολοφονία στη Θεσσαλονίκη του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από όργανα του παρακράτους όπως απέδειξε αργότερα η ανακριτική έρευνα, στις 22 Μαΐου 1963. Σε αυτή τη ρευστή περίοδο πρέπει να προστεθεί και η διαφωνία του Κ. Καραμανλή να μην επισκεφθεί το βασιλικό ζεύγος το Λονδίνο, όπου λίγο πριν εκεί είχε αποδοκιμαστεί η βασίλισσα Φρειδερίκη. Ο Κ. Καραμανλής παραιτήθηκε στις 11 Ιουλίου 1963, ορίστηκε ως τις εκλογές μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Π. Πιπινέλη και ο αρχηγός της ΕΡΕ, αφήνοντας στη θέση του τους Π. Κανελλόπουλο, Ροδόπουλο και Π. Παπαληγούρα, αναχώρησε για τη Ζυρίχη ως τις εκλογές. Το βασιλικό ζεύγος επισκέφθηκε επίσημα το Λονδίνο, χωρίς να λάβουν χώρα επεισόδια. Οι εκλογές, που προκηρύχτηκαν για τις 3 Νοεμβρίου 1963, πραγματοποιήθηκαν με τρόπον αδιάβλητο  και ανέδειξαν πρώτο κόμμα την Ένωση Κέντρου (138 έδρες) και δεύτερη την ΕΡΕ (132 έδρες). Το Στέμμα έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Γ. Παπανδρέου, με τη δέσμευση να ορίσει στα υπουργεία Εσωτερικών και Άμυνας δυο φιλικούς προς τα Ανάκτορα υπουργούς. Στις 9 Δεκεμβρίου 1963 και εντελώς αιφνιδιαστικά ο Κ. Καραμανλής εγκατέλειψε την πολιτική ζωή και αναχώρησε για το Παρίσι, αφήνοντας ως διάδοχό του τον Π. Κανελλόπουλο, ύστερα από 11χρονη επικράτηση της Δεξιάς παράταξης. Στο ενεργητικό αυτής της γόνιμης 11ετίας καταγράφονται η αύξηση της οικονομικής ανάπτυξης, η εκτέλεση σημαντικών έργων και έργων υποδομής,  η προώθηση εξαγωγών και η πρόοδος στη ναυτιλία και τη γεωργία και η αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος, χωρίς όμως να σταματήσει η ανεργία, η άνιση κατανομή του πλούτου, το φορολογικό σύστημα, η μετανάστευση και η εγκατάλειψη της υπαίθρου.

 β. Η άνοδος της «Ένωσης Κέντρου»

 Η κυβέρνηση, που σχηματίστηκε στις 8 Νοεμβρίου 1963, με την υποστήριξη 28 βουλευτών της ΕΔΑ, δεν ικανοποιούσε την αντικομμουνιστική στάση του Γ. Παπανδρέου και προς τούτο, παρά την ανακοίνωση σημαντικών μέτρων, παραιτήθηκε και προκηρύχτηκαν νέες εκλογές για τις 16 Φεβρουαρίου 1964, κατά τις οποίες η ΕΚ εξασφάλισε το 53%  των ψήφων (171 έδρες). Η κυβέρνηση ορκίστηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1964 ενώπιον του βαριά άρρωστου βασιλιά Παύλου, ο οποίος απεβίωσε στις 5 Μαρτίου 1964 και την επομένη στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο διάδοχός του Κωνσταντίνος. Η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου κινήθηκε γρήγορα, εφαρμόζοντας φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στην οικονομία (μείωση φόρου, αύξηση μισθών δημοσίων υπαλλήλων και άλλα) και την παιδεία (δωρεάν παιδεία, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, γλώσσα και άλλα). Στο έργο αυτό σπουδαία ήταν η συμβολή του γιου του πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο είχε καλέσει στην Ελλάδα από το 1961 ο Κ. Καραμανλής. Όμως η ΕΚ δεν ολοκλήρωσε το φιλόδοξο έργο της εξαιτίας του ανταγωνισμού πολιτικών στο εσωτερικό του κόμματος και προεξάρχουσα τη διαμάχη ανάμεσα στον Γ. Παπανδρέου και τον Κ. Μητσοτάκη.

Αυτές οι εξελίξεις με την παράλληλη διατήρηση στελεχών της δεξιάς σε επίκαιρες κρατικές θέσεις, στο στρατό και τη διοίκηση, εξέτρεψαν την πολιτική ζωή της χώρας σε ανώμαλες καταστάσεις, με κορυφαίο γεγονός την υπόθεση του ΑΣΠΙΔΑ, τον οποίον έφερε στην επιφάνεια ο Γ. Γρίβας από την Κύπρο, με υπόμνημά του προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά. Ως εμπνευστής του ΑΣΠΙΔΑ κατηγορήθηκαν ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο πρωθυπουργός. Η έρευνα αποκάλυψε ότι επρόκειτο για «συνωμοσία» ολίγων αξιωματικών, που εξυφάνθηκε για να εξυπηρετήσει ατομικά συμφέροντα. Στις 10 Ιουνίου 1965 ο συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος κατήγγειλε από τον Έβρο απόπειρα δολιοφθοράς σε στρατιωτικά οχήματα από κομμουνιστές, ενέργεια, που αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν έργο του ίδιου του μετέπειτα δικτάτορα.

Μέλη της ΕΚ, βλέποντας την κατάσταση να πηγαίνει προς την πολιτική ανωμαλία, ζήτησαν από τον Γ. Παπανδρέου να απομακρύνει από το στράτευμα τα υπάρχοντα στοιχεία της ανωμαλίας. Στην απομάκρυνση αυτή αντέδρασε ο υπουργός Άμυνας Πέτρος Γαρουφαλιάς, έχοντας τη στήριξη του Στέμματος.  Μετά την άρνηση του Π. Γαρουφαλιά να μετατεθεί σε άλλο υπουργείο ο πρωθυπουργός τον διέγραψε από την ΕΚ και ζήτησε την απομάκρυνσή του από το υπουργείο Άμυνας, την οποία δεν δέχτηκε ο βασιλιάς. Στην συνέχεια ανταλλάχτηκαν επιστολές μεταξύ βασιλιά και Γ. Παπανδρέου, οι δυο άνδρες ήλθαν σε ρήξη  και στις 15 Ιουλίου 1965 ο πρωθυπουργός υπέβαλε προφορικά την παραίτησή του. Την ίδια ημέρα στο γραφείο του προέδρου της Βουλής Γ. Αθανασιάδη – Νόβα συναντήθηκαν οι διαφωνούντες με την πολιτική του αρχηγού τους βουλευτές της ΕΚ: Δημ. Παπασπύρου, Κ. Μητσοτάκης, Ι. Τούμπας, Σταύρος Κωστόπουλος και άλλοι. Από την άλλη μεριά στην Κύπρο οι Άγγλοι προώθησαν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κοινότητας («πράσινη γραμμή»), ενώ η Τουρκία στις 21 Δεκεμβρίου 1963 απειλούσε με επέμβαση στην Κύπρο, την οποία απειλή επανέλαβε τον Αύγουστο του 1964 και που ματαιώθηκε με την παρέμβαση των ΗΠΑ.

 γ. Η αποστασία του 1965

 Το βράδυ της 15ης Ιουλίου 1965, αμέσως μετά την προφορική παραίτηση του Γ. Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος όρισε πρωθυπουργό τον Γ. Αθανασιάδη – Νόβα και τους Ι. Τούμπα και Σταύρο Κωστόπουλο ως υπουργούς Δημόσιας Τάξης και Εθνικής Άμυνας αντίστοιχα, με τον Κ. Μητσοτάκη υπουργό Συντονισμού και Ναυτιλίας. Έτσι ξεκίνησε η ανώμαλη περίοδος της Αποστασίας, που προκάλεσε πολλά δεινά και πολιτική αστάθεια στη χώρα. Και ενώ το Παλάτι κατηγορείτο ότι δωροδόκησε τα μέλη της κυβέρνησης των αποστατών με δωρεές πλούσιων παραγόντων, στην Αθήνα ξεσπούσαν ογκώδεις διαδηλώσεις των οπαδών της ΕΚ και του βασιλικού πραξικοπήματος, στις οποίες διαδηλώσεις στις 21 Ιουλίου 1965 βρήκε το θάνατο ο 21χρονος φοιτητής μέλος της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη Σωτήρης Πέτρουλας. Την κυβέρνηση του Γ. Αθανασιάδη – Νόβα ακολούθησαν οι κυβερνήσεις Ηλ. Τσιριμώκου και Στέφ. Στεφανόπουλου. Η τελευταία κυβέρνηση, με την κήρυξη του δεύτερου «ανένδοτου αγώνα» του Γ. Παπανδρέου έπεσε τον Δεκέμβριο 1965 και μετά από συνεννόηση με το Στέμμα των Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλου, σχηματίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση για να διεξάγει τις εκλογές, που είχαν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου 1967. Η κυβέρνηση Ι. Παρασκευόπουλου παραιτήθηκε στις 30 Μαρτίου 1967 και στις 3 Απριλίου 1967 ο Π. Κανελλόπουλος με στελέχη της ΕΡΕ σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία, μη παίρνοντας ψήφο εμπιστοσύνης, διαλύθηκε και προκήρυξε εκλογές για τις 28 Μαΐου 1967, τις οποίες όμως πρόλαβε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου 1967.

 

 ΙΑ΄. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 21ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

 α. Γενικά

 Τα πραγματικά κίνητρα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, δεν έχουν μέχρι σήμερα  εξακριβωθεί. Ο ισχυρισμός των πρωτεργατών ότι επιχείρησαν το κίνημά τους για να αποτρέψουν τον κίνδυνο κατάληψης της εξουσίας από τους κομμουνιστές δεν έχει ισχυρά ερείσματα και ούτε οι ίδιοι επιχείρησαν αργότερα να δώσουν σαφείς και πειστικές απαντήσεις. Ωστόσο προκύπτει ότι εκτός από τον αντικομμουνισμό τους, οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν για να εμποδίσουν την επαπειλούμενη  απομάκρυνση από το στράτευμα ακροδεξιών στοιχείων, εάν η ΕΚ κέρδιζε τις εκλογές της 28ης Μαΐου 1967. Εξάλλου οι κινηματίες επιδίωκαν την ικανοποίηση αναγκών του στρατού σε κανονικές προαγωγές, αύξηση μισθών και άλλα, θέματα για τα οποία η πολιτική ηγεσία αδιαφορούσε και συγχρόνως προβάλλονταν οι δικτάτορες ως υπερασπιστές των ηθικών και κοινωνικών αξιών και των ελληνικών παραδόσεων, που κινδύνευαν να διαβρωθούν από τον Δυτικό κόσμο και τον πολιτισμό του.

Κατά την περίοδο της γενικής κρίσης και αστάθειας στη χώρα, οι επίδοξοι δικτάτορες προετοίμαζαν το κίνημά τους, στο οποίο βοήθησε η τοποθέτηση τον Οκτώβριο 1965 στη θέση του Αρχηγού ΓΕΣ, του στρατηγού Γρηγόριου Σπαντιδάκη, φιλικά προσκείμενου στο Στέμμα. Ο νέος Αρχηγός ΓΕΣ προώθησε τους πραξικοπηματίες σε επίκαιρες θέσεις του στρατεύματος. Σημειώνεται ότι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 ήταν καθαρά στρατιωτικό, την πρωτοβουλία του για την κατάληψη της εξουσίας είχαν αποκλειστικά οι στρατιωτικοί και στο μεγαλύτερο διάστημα της επικράτησής του διατήρησε στις πιο νευραλγικές θέσεις εξουσίας στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και κυρίως του Στρατού Ξηράς.

Στη μυστική σύσκεψη το απόγευμα της 20ης Απριλίου 1967, που έγινε στο σπίτι του συνταγματάρχη Μπαλόπουλου, συναντήθηκαν 14 συνταγματάρχες. Μεταξύ αυτών και οι: Γεώργιος και Κ. Παπαδόπουλος, Ν. Μακαρέζος, Ι. Λαδάς, ταξίαρχος Στ. Παττακός και άλλοι και συζήτησαν τις λεπτομέρειες της τελευταίας στιγμής, έγινε κατανομή τομέων δράσης του καθενός και ο Στ. Παττακός πίεσε για την άμεση έναρξη του κινήματος τα ξημερώματα της επομένης 21ης Απριλίου. Το πραξικόπημα εκδηλώθηκε στις 2 η ώρα το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 και συνελήφθη σχεδόν όλη η πολιτική ηγεσία, καθώς και οι μη μυημένοι στη συνωμοσία διοικητές των μονάδων της Αττικής. Ο Αρχηγός του κινήματος, γνωστός από τη νόθευση καυσίμων στα τεθωρακισμένα του Έβρου Γεώργιος Παπαδόπουλος, έχοντας διασυνδέσεις με αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών, λόγω της μακρόχρονης θητείας του σε ανάλογες υπηρεσίες, είχε εξασφαλίσει την προστασία του Αρχηγού του ΓΕΣ Γρηγορίου Σπαντιδάκη, ο οποίος είχε φροντίσει να διοργανώσει πυρήνες σε θέσεις – κλειδιά στο στράτευμα. Δυο γεγονότα συντόμευσαν  την έναρξη του πραξικοπήματος: η σχεδιαζόμενη από τους στρατηγούς επανάσταση, την οποία αποκάλυψε στους συνωμότες ο συνταγματάρχης Γ. Ζωιτάκης και η καθορισμένη για τις 22 Απριλίου 1967 πολιτική συγκέντρωση της ΕΚ, που ήταν δυνατόν να δυσκολέψει τα σχέδια των κινηματιών.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό τεθωρακισμένα, ΕΣΑ και Ευέλπιδες, μαζί με άλλες μονάδες υπό τους Στ. Παττακό, Ι. Λαδά και Δ. Ιωαννίδη, κατέλαβαν το Πεντάγωνο, το αεροδρόμιο, τα τηλεπικοινωνιακά μέσα, τα λιμάνια και άλλες στρατηγικής σημασίας θέσεις, συνελήφθησαν αριστεροί πολίτες κατά το σχέδιο «Προμηθεύς», επίσης συνελήφθησαν οι πολιτικοί, που μεταφέρθηκαν στο Γουδί και ο πρωθυπουργός Π. Κανελλόπουλος μετήχθη στο Πεντάγωνο. Από τους πολιτικούς επιχείρησε να αντιδράσει  μόνον ο Γ. Ράλλης, υπουργός Δημόσιας Τάξης, ενώ ο Αρχηγός του ΓΕΝ προσπάθησε μάταια να πείσει τον βασιλιά Κωνσταντίνο να αντισταθεί ο στόλος. Ο Κωνσταντίνος συμβιβάστηκε σχετικά εύκολα με το κίνημα και το απόγευμα της 21ης Απριλίου όρκισε την κυβέρνηση των συνταγματαρχών με πρωθυπουργό τον πρώην εισαγγελέα Αρείου Πάγου Κ. Κόλλια, σύμφωνα με όρο του βασιλιά ο πρωθυπουργός να μην είναι στρατιωτικός. Έτσι άρχισε στη χώρα η μακρότερη σε χρόνο δικτατορία της ελληνικής ιστορίας.

Μετά την αποτυχία του βασιλικού κινήματος στις 13 Δεκεμβρίου 1967, η δικτατορία άρχισε να εδραιώνεται. Ο Γ. Ζωιτάκης ανέλαβε τη θέση του αντιβασιλιά και ο Γ. Παπαδόπουλος την πρωθυπουργία. Συγχρόνως έκαναν δειλά την εμφάνισή τους αντιστασιακά κινήματα, όπως το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ), το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ) και άλλα. Μεσολάβησε το αποτυχόν κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού  τον Μάιο 1973, τα αιματηρά γεγονότα του Πολυτεχνείου, η πτώση του Γ. Παπαδόπουλου, η επικράτηση του Δ. Ιωαννίδη και η απόβαση στην Κύπρο, με την στη συνέχεια πτώση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 και την επιστροφή του Κ. Καραμανλή.

 β. Το Χρονικό της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967

 1967. Στις 2 η ώρα το πρωί της 21ης Απριλίου 1967, τα πρώτα άρματα μάχης των πραξικοπηματιών, εισβάλλουν στην Αθήνα και στις 7 η ώρα το απόγευμα ορκίζεται η δικτατορική κυβέρνηση, με πρόεδρο τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Κόλλια. Στην πρώτη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 24 Απριλίου παρέστη και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Δολοφονείται ο Νικηφόρος Μανδηλαράς στη Ρόδο στις 18 Μαΐου, ενώ στις 9 Αυγούστου ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος επισκέπτεται την Κύπρο και στην Κεσάνη της Ανατολικής Θράκης, σε συνάντηση Κόλλια – Ντεμιρέλ αποφασίζεται η απόσυρση της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο (9 Σεπτεμβρίου). Το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εξωτερικών αναλαμβάνει στις 20 Νοεμβρίου ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Στις 13 Δεκεμβρίου ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος πραγματοποιεί πραξικόπημα κατά της δικτατορίας, αλλά αποτυγχάνει, ο ίδιος διαφεύγει στην Ιταλία, πρωθυπουργός ορίζεται ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος και αντιβασιλιάς ορκίζεται ο Γεώργιος Ζωιτάκης.

1968. Στις 21 Ιανουαρίου 1968 η Τουρκία αναγνωρίζει το καθεστώς των συνταγματαρχών και δυο ημέρες μετά (23 Ιανουαρίου) κάνουν το ίδιο και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στη Στοκχόλμη, όπου βρίσκεται ο Ανδρέας Παπανδρέου ιδρύει και ανακοινώνει το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ) στις 27 Φεβρουαρίου. Στις 13 Αυγούστου ο Αλέκος Παναγούλης αποπειράται να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο στο Λαγονήσι. Στις 29 Σεπτεμβρίου διεξάγεται Δημοψήφισμα για την «επικύρωση» του πρώτου «Συντάγματος» των συνταγματαρχών. Αποτέλεσμα: 91, 87% ΝΑΙ, 7,76% ΟΧΙ, 22.5% ΑΠΟΧΗ. Πεθαίνει στον Ευαγγελισμό ο Γεώργιος Παπανδρέου (1 Νοεμβρίου) και στην κηδεία του στις 3 Νοεμβρίου στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, γίνεται παλλαϊκή διαδήλωση κατά της δικτατορίας και ενεργούνται συλλήψεις. Την 1 Νοεμβρίου ο Αλέκος Παναγούλης καταδικάζεται σε θάνατο.

1969. Με τη βοήθεια του λοχία φρουρού του Γεωργίου Μωράκη, ο Αλέκος Παναγούλης δραπετεύει από τις φυλακές Μπογιατίου στις 5 Ιουνίου 1969, πλην όμως σε λίγες ημέρες συλλαμβάνεται και πάλι. Τον Ιούνιο του ίδιου μήνα απομακρύνεται από τη θέση του προέδρου του ΣτΕ ο καθηγητής Μ. Δ. Στασινόπουλος και τίθεται σε κατ` οίκον περιορισμό.

Η Χούντα αποχωρεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης, το οποίο την καταδικάζει στις 15 Απριλίου 1970 για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το καθεστώς της Αθήνας, στις 19 Σεπτεμβρίου αυτοπυρπολείται στη Γένοβα Ιταλίας ο Έλληνας φοιτητής Κωνσταντίνος Γεωργάκης.

1971. Ενώ προκηρύσσονται εκλογές στις 17 Οκτωβρίου για τη Συμβουλευτική Επιτροπή, όπως ορίζει το νέο «Σύνταγμα» και γίνεται η πρώτη συνεδρίαση στις 21 Ιανουαρίου 1971, το μέλος της Ελληνικής Αντίστασης του Αλέκου Παναγούλη, Νίκος Ζαμπέλης, φυλακισμένος σε πολυετή κάθειρξη, δραπετεύει από τις φυλακές της Αίγινας στις 5 Ιουνίου και διαφεύγει στην Ιταλία. Στο μεταξύ στις 20 Οκτωβρίου πεθαίνει ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης και στην κηδεία του στις 22 Οκτωβρίου το συγκεντρωμένο πλήθος διαδηλώνει εναντίον του καθεστώτος. Κατά την επίσκεψη του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Σπύρου Άγκνιου στις 16 Οκτωβρίου, στελέχη της Ένωσης Κέντρου τού εγχειρίζουν διακήρυξη, με πλήθος υπογραφών, για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στην Ελλάδα. Στις 31 Δεκεμβρίου 1971 αίρεται ο στρατιωτικός νόμος σε όλη την επικράτεια, πλην της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

1972. Με την καθαίρεση του αντιβασιλιά Γεωργίου Ζωιτάκη στις 21 Μαρτίου 1972 και την ανακήρυξη στη θέση του τού Γεωργίου Παπαδόπουλου, οργανώνεται στα Προπύλαια Αθηνών η πρώτη φοιτητική διαδήλωση.

1973. Ακολουθεί  στις 21 Φεβρουαρίου 1973 η κατάληψη της Νομικής Σχολής Αθηνών, που, μετά τις βίαιες συγκρούσεις φοιτητών και δυνάμεων ασφαλείας,  εκκενώνεται την επόμενη ημέρα. Σε αυτές τις συγκρούσεις τραυματίζεται και χάνει το μάτι του ο ποιητής Γιάννης Κουτσοχέρας. Νέα δυναμική απόπειρα του Πολεμικού Ναυτικού, με ευρύτερες πολιτικές και οικονομικές διασυνδέσεις, προγραμματισμένη για τις 22 Μαΐου, με ορμητήριο τη Σύρο, διέρρευσε πριν να εκδηλωθεί, έγιναν πολλές συλλήψεις αξιωματικών και ο κυβερνήτης του πολεμικού πλοίου «Βέλος» Αντιπλοίαρχος Νίκος Παππάς, που συμμετείχε σε άσκηση του ΝΑΤΟ, κατέπλευσε σε ιταλικό λιμάνι, όπου κυβερνήτης και πλήρωμα ζήτησαν πολιτικό άσυλο, γεγονός, που είχε παγκόσμια απήχηση και συγκλόνισε το επιτελείο του καθεστώτος. Ύστερα από βάναυσα βασανιστήρια στο ΕΑΤ/ΕΣΑ στις 22 Μαΐου, ο ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής, μένει ανάπηρος (και πεθαίνει εξαιτίας τους στις 28 Απριλίου 1986). Εκδηλώνεται το αντιδικτατορικό κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού, στο οποίοι συμμετέχουν δεκάδες αξιωματικοί, που εξαρθρώνεται γρήγορα (23 – 25 Μαΐου). Με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου καταργείται στην Ελλάδα η βασιλεία και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ανακηρύσσεται πέρα από πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στις 8 Ιουλίου η δικτατορική κυβέρνηση εξαγγέλλει τις κύριες αρχές του «νέου Πολιτεύματος» και στη συνέχεια, στις 19 Ιουλίου, διεξάγεται Δημοψήφισμα για την επικύρωσή του. Αποτέλεσμα: 78,4% ΝΑΙ, 21,6% ΟΧΙ και 14,5% ΑΠΟΧΗ. Στις 20 Αυγούστου ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ορκίζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εξαγγέλλει γενική αμνηστία, αίρει τον στρατιωτικό νόμο και απονέμει χάρη στον Αλέκο Παναγούλη.

 Την 1η Οκτωβρίου ο Γεώργιος Παπαδόπουλος αναθέτει στον Σπύρο Μαρκεζίνη το σχηματισμό κυβέρνησης, που ορκίζεται στις 8 Οκτωβρίου, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο την έναρξη μετάβασης στην πολιτική ομαλότητα, κατά το πρότυπο της Πορτογαλίας. Στο μνημόσυνο των πέντε χρόνων του Γεωργίου Παπανδρέου στην Αθήνα, το συγκεντρωμένο πλήθος εκτρέπεται σε αντιδικτατορικές διαδηλώσεις, γίνονται επεισόδια και πολλές συλλήψεις. Ενώ πυκνώνουν οι συγκεντρώσεις στις άλλες σχολές, οι δυνάμεις ασφαλείας απαγορεύουν συγκέντρωση στη Νομική Σχολή στις 8 Νοεμβρίου και  στις 13 Νοεμβρίου ξεκινάει στην Αθήνα η δίκη των 17 διαδηλωτών, που είχαν συλληφθεί την ημέρα του μνημοσύνου του Γεωργίου Παπανδρέου.

Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζει η συρροή φοιτητών από όλες τις σχολές στο Πολυτεχνείο. Ως τις 17 Νοεμβρίου η συγκέντρωση των φοιτητών συνεχίζεται, η φοιτητική νεολαία ξεσπάει σε συνθήματα κατά της δικτατορίας και το άρμα των συνταγματαρχών γκρεμίζει την πόρτα και μπαίνει στο Πολυτεχνείο. Στις 24 Νοεμβρίου ανατρέπεται από τον Δημήτριο Ιωαννίδη ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο οποίος τίθεται υπό περιορισμό στο Λαγονήσι και Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναλαμβάνει ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης. Την επόμενη ημέρα ορκίζεται η νέα κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο.

1974. Ο Μακάριος, τον Μάιο 1974, έρχεται σε ρήξη με τη δικτατορία εξαιτίας του υπονομευτικού ρόλου, που έπαιξαν αξιωματικοί της Εθνοφρουράς εναντίον του. Μετά από αυτά ο Μακάριος, στις 26 Ιουνίου, καταγγέλλει την ελληνική κυβέρνηση για υποκίνηση της ΕΟΚΑ, και πάλι εναντίον του. Στις 15 Ιουλίου η Εθνοφρουρά ανατρέπει τον Μακάριο. Ο υπουργός των ΗΠΑ Χένρυ Κίσσινγκερ προαναγγέλλει την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών και την ίδια ημέρα, 19 Ιουλίου, επισκέπτεται αιφνιδιαστικά την Αθήνα, ο υφυπουργός των ΗΠΑ Σίσκο. Μέσα σε αυτή την αναταραχή και ακυβερνησία, στις 20 Ιουλίου, οι Τούρκοι εισβάλλουν στη Βόρεια Κύπρο και στην Ελλάδα κηρύσσεται γενική επιστράτευση, που κατέληξε σε ιλαροτραγωδία. Για τη μεταβίβαση της πολιτικής εξουσίας στους πολιτικούς, στις 23 Ιουλίου, οι πολιτικοί αρχηγοί Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γεώργιος Μαύρος και Ευάγγελος Αβέρωφ, συνέρχονται σε σύσκεψη υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη προς σχηματισμό κυβέρνησης, αλλά με πρόταση του Ε. Αβέρωφ προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εκλήθη από το Παρίσι ο Κ. Καραμανλής, που με το προσωπικό αεροπλάνο του Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, έφτασε στην Ελλάδα τις πρώτες ώρες της 24ης Ιουλίου 1974 και ορκίστηκε αμέσως. Ο κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους και αποθεώνει τον Κ. Καραμανλή.

 

 ΙΒ΄. Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ ΠΕΡΊΟΔΟΣ (1974 – ΣΗΜΕΡΑ)

 Σύνοψη κύριων ιστορικών γεγονότων

 Το πρώτο κλιμάκιο της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή ορκίστηκε το απόγευμα της 24ης Ιουλίου 1974 και το δεύτερο στις 27 Ιουλίου. Δεν κλήθηκαν και δεν συμμετείχαν οι Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκης και τα κόμματα της Αριστεράς. Στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας παρέμεινε ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, ο οποίος είχε αποτελέσει τον δίαυλο από τη δικτατορία προς τη μεταπολίτευση. Στις 24 Αυγούστου οι Τούρκοι προώθησαν στρατεύματα από την Κερύνεια προς το εσωτερικό του νησιού, για να σταματήσουν δυο ημέρες αργότερα στη «γραμμή Αττίλας 2», η οποία άρχιζε από την Αμμόχωστο ανατολικά ως τη Μόρφου στα δυτικά. Με την υπογραφή της νέας ανακωχής οι Τούρκοι κατείχαν πλέον το 40% της Κύπρου. Ο Κ. Καραμανλής, απέφυγε τη σύγκρουση με την Τουρκία, αλλά, καταγγέλλοντας την Ατλαντική Συμμαχία για τη στάση της στην τουρκική εισβολή, αποφάσισε την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ενέργεια κατ’ άλλους σωστή, κατ’ άλλους εσφαλμένη, αφού υποστηρίχτηκε ότι επέτρεψε στην Τουρκία να αξιώσει τον έλεγχο του εναέριου χώρου στο Ανατολικό Αιγαίο, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τα 10 ναυτικά μίλια του ελληνικού εναέριου χώρου. Στο εσωτερικό η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας αμέσως προώθησε τις διαδικασίες απελευθέρωσης των πολιτικών κρατουμένων, επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952 (εκτός από τις σχετικές με τη μορφή του πολιτεύματος, το οποίο θα επέλυε αργότερα με δημοψήφισμα) και διέταξε μερική αποστράτευση.

Βέβαια αντικαταστάθηκε η στρατιωτική ηγεσία, αλλά η κυβέρνηση δεν προχώρησε σε βάθος την κάθαρση του στρατεύματος, πρώτα, γιατί συνεχίζονταν οι τουρκικές προκλήσεις και έπειτα απέφευγε να έλθει σε απευθείας σύγκρουση με τα ποικίλα προσκείμενα προς τη δικτατορία υπολείμματα και πραγματοποιήθηκε εκκαθάριση στη Δικαιοσύνη και στην Παιδεία. Τον Οκτώβριο 1974 αποφασίστηκε η δίωξη από την τακτική Δικαιοσύνη των τριών πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1974, Γ. Παπαδόπουλου Ν. Μακαρέζου και Σ. Παττακού, οι οποίοι εξορίστηκαν στη Τζια και συγχρόνως διατάχτηκε έρευνα για τα συμβάντα στο Πολυτεχνείο.

Στη συνέχεια ο Α. Παπανδρέου ανακοίνωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 με τη «διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη», την ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), που προκάλεσε νέους προσανατολισμούς στην πολιτική κονίστρα της χώρας. Την νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την ίδρυση της Ενωμένης Αριστεράς (ΕΔΑ) στις 22 Σεπτεμβρίου, ακολούθησε η ίδρυση της  Νέας Δημοκρατίας  (ΝΔ) από τον Κ. Καραμανλή, σε αντικατάσταση της προδικτατορικής ΕΡΕ. Τις εκλογές προανήγγειλε ο πρωθυπουργός  για τις 17 Νοεμβρίου 1974 και ορίστηκε η 8η Δεκεμβρίου 1974 ως ημέρα διενέργειας δημοψηφίσματος για τη ρύθμιση του πολιτειακού, παρά τις αντιδράσεις των κομμάτων, τα οποία ήταν ανέτοιμα για μια εκλογική αναμέτρηση. Μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας στις 9 Οκτωβρίου 1974, έλαβαν χώρα οι εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, στις οποίες ο Κ. Καραμανλής έλαβε το πρωτόγνωρο στα εκλογικά χρονικά ποσοστό των 54,37% των ψήφων και 200 έδρες, ενώ τα ποσοστά των άλλων κομμάτων ήταν πολύ χαμηλά. Πανίσχυρος πλέον ο Κ. Καραμανλής προχώρησε στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, στο οποίο το 69,20% δεν ενέκρινε την επαναφορά της μοναρχίας και τάχτηκε υπέρ της εγκαθίδρυσης Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Τον Φαίδωνα Γκιζίκη, που παραιτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1974 διαδέχτηκε ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Μιχαήλ Στασινόπουλος, ως προσωρινός Πρόεδρος, ώσπου να ψηφιστεί το νέο Σύνταγμα και να εκλεγεί νέος πρόεδρος. Και ενώ ο λαός είχε δώσει στον Κ. Καραμανλή την ισχύ για τον εκδημοκρατισμό και τη σωτηρία της χώρας στην κρίσιμη αυτή μεταπολιτευτική φάση, στις 24 Φεβρουαρίου 1975 αποκαλύφθηκε συνωμοσία στρατιωτικών, που απέβλεπε στην ανατροπή της κυβέρνησης και του Μακαρίου, που στο μεταξύ είχε επιστρέψει από τις 8 Δεκεμβρίου 1974 στην Κύπρο. Οι συλληφθέντες 36 αξιωματικοί προέρχονταν από αυτούς, που είχαν εμπλακεί στο πραξικόπημα στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974. Σημειώνεται ότι μέσα στο πρώτο εξάμηνο από τη επιστροφή του Κ. Καραμανλή, πραγματοποιήθηκαν τέσσερις τουλάχιστον απόπειρες πραξικοπήματος και ο ίδιος ο πρωθυπουργός για να αποφύγει απόπειρες κατά της ζωής του, διέμεινε σε θαλαμηγό.

Οι Απριλιανοί πραξικοπηματίες απολογήθηκαν με υπομνήματα και η δίκη τους άρχισε στις 28 Ιουλίου 1975 διήρκεσε περίπου δυο μήνες και στις 23 Αυγούστου το δικαστήριο επέβαλε τη θανατική ποινή στους Γ. Παπαδόπουλο, Ν. Μακαρέζο και Σ. Παττακό, ποινές, που η κυβέρνηση, παρά τη σφοδρή αντίδραση της αντιπολίτευσης μετέτρεψε την ποινή του θανάτου, σε ισόβια. Σε ισόβια επίσης τιμωρήθηκαν και άλλοι οκτώ πραξικοπηματίες (Ιωαννίδης, Ρουφογάλης και Ζωιτάκης. Από τους 33 κατηγορούμενους απαλλάχτηκαν οι 12. Στα μέσα Ιουλίου 1975 εκδόθηκε το πόρισμα για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, κατά το οποίο 23 άτομα βρήκαν το θάνατο και 200 τραυματίστηκαν, ενώ κανένας νεκρός δεν υπήρξε μέσα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Οι Δ. Ιωαννίδης, Στ. Βαρνάβας και Ν. Δερτιλής, που κρίθηκαν υπεύθυνοι για τη σφαγή του Πολυτεχνείου τιμωρήθηκαν με ισόβια και σε μακρόχρονη κάθειρξη ο Ν. Ζαγοριανάκος.

Το νέο Σύνταγμα τέθηκε σε ισχύ στις 11 Ιουνίου, που ενίσχυε την εκτελεστική εξουσία και παρείχε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ιδιαίτερες εξουσίες, όπως η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής, στην περίπτωση, που δεν απολάμβανε της εμπιστοσύνης του λαού, εξουσίες για τις οποίες αντέδρασε η αντιπολίτευση και απέσχε από την ψηφοφορία έγκρισής του. Με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας νέος Πρόεδρος Δημοκρατίας εξελέγη στις 19 Ιουλίου ο φιλόσοφος Κωνσταντίνος Τσάτσος.

Η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή έκανε σοβαρά βήματα στους τομείς της οικονομίας και της παιδείας και θωράκισε την άμυνα της χώρας. Στο μεταξύ στον πολιτικό στίβο συνέβησαν μεγάλες ανακατατάξεις, με την ίδρυση πολλών πολιτικών σχημάτων (ΕΔΗΚ, Κόμμα Φιλελευθέρων, ΚΚΕ, Αριστερές Δυνάμεις και άλλα). Η επίσπευση κατά ένα χρόνο των εκλογών στις 20 Νοεμβρίου 1977, μείωσε τη δύναμη της ΝΔ σε ποσοστό 41,68, ενώ το ΠΑΣΟΚ σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο σε ποσοστό 25,31%. Τις εκλογές ακολούθησε η διάλυση της ΕΔΗΚ και η προσχώρηση στη ΝΔ των Α. Κανελλόπουλου και Κ. Μητσοτάκη. Τον Μάιο 1979 ο Κ. Καραμανλής υπέγραψε (28 Μαΐου 1979) τη συμφωνία ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και στις 5 Μαΐου 1980 εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αρχηγός της ΝΔ αναδείχτηκε ο Γ. Ράλλης, ο οποίος επανέφερε την Ελλάδα στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ στις 21 Οκτωβρίου 1980.

Ενώ την 1η Ιανουαρίου 1981 η Ελλάδα εντασσόταν επίσημα στην ΕΟΚ, οι εκλογές της 18ης Οκτωβρίου έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο το ΠΑΣΟΚ. Τη χώρα ανέλαβε να οδηγήσει στις εκλογές η κυβέρνηση του Γ. Ράλλη. Στις εκλογές, που διενεργήθηκαν το ΠΑΣΟΚ πέτυχε θριαμβευτική νίκη, κερδίζοντας ποσοστό 48,06% των ψήφων, με τη ΝΔ να περιορίζεται στο 35,85%. Με την μεταπήδηση του Κ. Καραμανλή στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, η ΝΔ στερήθηκε την κορυφαία ηγετική του παρουσία, που έδωσε στη συνέχεια το προβάδισμα στον νέο αδιαμφισβήτητο ηγέτη του ΠΑΣΟΚ Α. Παπανδρέου, ο οποίος, ως υπερασπιστής των οικονομικά ασθενών τάξεων έναντι των πλουσίων, κατέκτησε τις μάζες και κυριάρχησε στο πολιτικό προσκήνιο. Η κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου ορκίστηκε στις  21 Οκτωβρίου 1981 και τον Νοέμβριο 1981 πρόεδρος της Βουλής ανέλαβε ο Ι. Αλευράς. Η μεγάλη ήττα οδήγησε τη ΝΔ σε εσωτερική κρίση, με αποτέλεσμα τον παραιτηθέντα Γ. Ράλλη να διαδεχθεί ο Ε. Αβέρωφ στην αρχηγία του κόμματος.

Η υπό τον Α. Παπανδρέου κυβέρνηση έλαβε σημαντικά μέτρα προς εθνική συμφιλίωση και κατάπαυση των παθών και αναγνώρισε με νόμο την Εθνική Αντίσταση. Παράλληλα επέτρεψε τον ελεύθερο επαναπατρισμό των κομμουνιστών, που είχαν κατά τον Εμφύλιο διαφύγει σε χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού. Αξιοσημείωτες είναι οι θεσμικές αλλαγές της νέας κυβέρνησης στους τομείς του οικογενειακού δικαίου, της υγείας, της παιδείας, της οικονομίας και της κρατικής πρόνοιας, στις οποίες δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς η άντληση των σχετικών κονδυλίων στηρίχτηκε μόνο στο Κοινοτικό Ταμείο.

Ωστόσο η Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ την 1η Σεπτεμβρίου 1984, εξέλεξε ως νέο πρόεδρο του κόμματος τον Κ. Μητσοτάκη, μετά την λόγω υγείας παραίτηση του Ε. Αβέρωφ. Με συμφωνία ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ψηφίστηκε ο νέος εκλογικός νόμος, κίνηση, που εκλήφθηκε ως συμφωνία των δυο κομμάτων για την επανεκλογή του Κ. Καραμανλή στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο Κ. Καραμανλής δέχτηκε να υποβάλει υποψηφιότητα μόνον εάν τον πρότειναν τα δυο μεγάλα κόμματα. Όμως στις 9 Μαρτίου 1985 η Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε και πρότεινε ως υποψήφιο του κόμματος τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Σαρτζετάκη. Την πρότασή του αυτή δικαιολόγησε ο Α. Παπανδρέου, ισχυριζόμενος ότι εφόσον το κόμμα του επρόκειτο να αναθεωρήσει άρθρα του Συντάγματος του 1975 για τον περιορισμό των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν έπρεπε να ζητηθεί  από τον Κ. Καραμανλή να επιβλέψει την κατάργηση διατάξεων, τις οποίες ο ίδιος είχε θεσπίσει.  

Ο Κ. Καραμανλής παραιτήθηκε στις 10 Μαρτίου 1985 και τον αντικατέστησε ως προσωρινός Πρόεδρος, ο πρόεδρος της Βουλής Ι. Αλευράς, ο οποίος στη τρίτη και καθοριστική ψηφοφορία εκλογής του νέου Προέδρου στις 29 Μαρτίου 1985, ψήφισε υπέρ του νέου Προέδρου, παρά το γεγονός ότι αμφισβητήθηκε έντονα το δικαίωμά του να συμμετάσχει στην ψηφοφορία της εκλογής του Προέδρου, υπό την ιδιότητά του ως προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας. Μετά την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, ξεκίνησαν οι διαδικασίες αναθεώρησης του Συντάγματος και αφού καταργήθηκε η μυστική ψηφοφορία της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, οι σχετικές διεργασίες ολοκληρώθηκαν στις 6 Μαρτίου 1985, με την κατάργηση των διατάξεων των υπερεξουσιών του Προέδρου. Στις 6 Απριλίου 1985, ο πρωθυπουργός εισηγήθηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής, με αφορμή την πορεία του Κυπριακού και προκηρύχτηκαν εκλογές για τις 2 Ιουνίου 1985. Στις εκλογές της 2ας Ιουνίου το ΠΑΣΟΚ έλαβε ποσοστό 45,82% των ψήφων και η ΝΔ ποσοστό 40,85%. Ο Α. Παπανδρέου αρχικά σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, την οποία αντικατέστησε στις 26 Ιουλίου, κάνοντας σημαντικές μεταβολές. Ύστερα από τη νέα της ήττα η ΝΔ γνώρισε νέα εσωτερική κρίση, με τις διαφωνίες μεταξύ Κ. Μητσοτάκη και Κ. Στεφανόπουλου, που οδήγησαν σε παραίτηση του Κ. Μητσοτάκη από την αρχηγία του κόμματος, στην άρνηση του τελευταίου να αναλάβει την αρχηγία και την επανεκλογή του Κ. Μητσοτάκη, μετά την οποία ο Κ. Στεφανόπουλος αποχώρησε από τη ΝΔ και στις 6 Σεπτεμβρίου ανακοίνωσε την ίδρυση της «Δημοκρατικής Ανανέωσης» (ΔΗΑΝΑ). Τον Μάιο παραιτήθηκε από το κόμμα της ΝΔ και ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Ράλλης.

Συγχρόνως επήλθαν σπουδαίες αλλαγές και στα άλλα κόμματα, με κυριότερη την ίδρυση υπό τον Λεωνίδα Κύρκο της «Ελληνικής Αριστεράς», ενώ η κυβέρνηση αδυνατούσε να αντιμετωπίσει την άνοδο της ανεργίας και του πληθωρισμού, την αύξηση των ελλειμμάτων του Δημοσίου, κατάσταση, που επιδείνωσε κατακόρυφα την οικονομία της χώρας. Για την επίλυση της οικονομικής κρίσης η κυβέρνηση πήρε σκληρά δημοσιονομικά μέτρα, που αναφέρονταν στην κατά 15% υποτίμηση της δραχμής, την αύξηση της φορολογίας, την ποινικοποίηση της φοροδιαφυγής και τέλος ζήτησε από την ΕΟΚ κοινοτικό δάνειο ύψους 1.750.000.000 ECU. Τα σκληρά κυβερνητικά μέτρα και η λιτότητα προκάλεσαν αναταραχή και εκδηλώθηκαν απεργίες, με συνέπεια να μειωθεί η δύναμη του ΠΑΣΟΚ στις δημοτικές εκλογές της 12ης Οκτωβρίου 1986. Τη δύσκολη και βαριά ατμόσφαιρα της κυβέρνησης επέτειναν οι καταγγελίες σκανδάλων σε δημόσιους οργανισμούς με κορυφαίο το σκάνδαλο του Γ. Κοσκωτά με την Τράπεζα Κρήτης. Στη συνέχεια η βαθιά κυβερνητική κρίση πήρε τεράστιες διαστάσεις με την αιφνίδια μετάβαση του πρωθυπουργού στις 25 Αυγούστου 1988 στο Λονδίνο, όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση (30 Σεπτεμβρίου) προς αποκατάσταση βλάβης της καρδιάς του.

Τον Α. Παπανδρέου απόντα στο Λονδίνο ως την επιστροφή του, αντικατέστησε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός δικαιοσύνης Αγ. Κουτσόγιωργας, τον οποίον ο τύπος κατηγορούσε ότι παρεμπόδιζε τον έλεγχο της τράπεζας Κρήτης. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Γ. Κοσκωτά και τη διαφυγή του στις ΗΠΑ, όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε στις φυλακές του Σάλεμ. Σε αυτή την κρίση και τη διαφθορά η αντιπολίτευση αντέδρασε και οι αριστερές δυνάμεις συγκρότησαν τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, με πρόεδρο τον Χ. Φλωράκη, πρόεδρο του ΚΚΕ και γραμματέα της τον Λ. Κύρκο. Στις εκλογές της 18ης Ιουνίου το ΠΑΣΟΚ ήλθε δεύτερο, με πρώτη τη ΝΔ (ποσοστό 44,25%), η οποία με τον εκλογικό νόμο του Απριλίου 1989 της απλής αναλογικής δεν απέκτησε αυτοδυναμία. Έτσι άνοιξε ο δρόμος σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας, στην οποία κατέληξαν οι Κ. Μητσοτάκης, Χ. Φλωράκης και Λ. Κύρκος, παραμερίζοντας τις ιδεολογίες τους και επιδιώκοντας την πολιτική κάθαρση του τόπου. Την 1η Ιουλίου 1989 σχηματίστηκε δικομματική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον βουλευτή της ΝΔ Τ. Τζαννετάκη, η οποία στόχευε στη δρομολόγηση διαδικασιών κάθαρσης και την προετοιμασία της χώρας σε αδιάβλητες εκλογές. Η δικομματική κυβέρνηση ΝΔ – Συνασπισμού, στις 27 Σεπτεμβρίου παρέπεμψε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο τους: Α. Παπανδρέου, Α. Κουτσόγιωργα, Γ. Πέτσο, Π. Ρουμελιώτη και Δ. Τσοβόλα, για να δικαστούν για τυχόν συμμετοχή τους στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Στο μεταξύ πριν είχαν παραπεμφθεί οι Α. Παπανδρέου για την υπόθεση τηλεφωνικών υποκλοπών και Ν. Αθανασόπουλος για την υπόθεση του ευρωπαϊκού καλαμποκιού. Επιπλέον την όλη κατάσταση αμαύρωσε και η δολοφονία του βουλευτή της ΝΔ Π. Μπακογιάννη από τη «17η Νοέμβρη» στις 26 Σεπτεμβρίου. Η ημερομηνία διενέργειας των νέων εκλογών ορίστηκε για την 5η Νοεμβρίου 1989. Μετά την παραίτηση του Τ. Τζαννετάκη ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ι. Γρίβας ανέλαβε να οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές (ορκίστηκε στις 12 Οκτωβρίου). Στις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου κανένα κόμμα δεν απέκτησε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Αναζητώντας πολιτική διέξοδο τα κόμματα συμφώνησαν στον σχηματισμό Οικουμενικής Κυβέρνησης υπό τον Ακαδημαϊκό Ξ. Ζολώτα, με τετράμηνη θητεία, που ορκίστηκε στις 23 Νοεμβρίου και περιέλαβε στο επιτελείο της βουλευτές των κομμάτων και εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες. Η Οικουμενική Κυβέρνηση του Ξ. Ζολώτα δεν κατάφερε να επιλύσει σημαντικά πράγματα εξαιτίας της στάσης των κομμάτων, τα οποία τελικά κατόπιν συμφωνίας τους στις 12 Φεβρουαρίου 1990, έθεσαν τέρμα στο βίο της, αντικαθιστώντας τους πολιτικούς υπουργούς, με υπουργούς της υπηρεσιακής κυβέρνησης Ι. Γρίβα. Στις ψηφοφορίες, που έλαβαν χώρα στη Βουλή στα τέλη Φεβρουαρίου δεν αναδείχτηκε νέος Πρόεδρος Δημοκρατίας.

Στις εκλογές της 8ης Απριλίου 1990 η ΝΔ αναδείχτηκε πρώτο κόμμα με ποσοστό 46,88%, όμως χωρίς απόλυτη κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Με τη στήριξη της ΔΗΑΝΑ η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη ορκίστηκε στις 11 Απριλίου, ο οποίος στις 3 Μαΐου 1990 εξέλεξε και πάλι τον Κ. Καραμανλή στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Τα επαχθή μέτρα, που πήρε η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη δεν απέδωσαν και γι’ αυτό η κυβέρνηση συνήψε τον Ιανουάριο του 1991 κοινοτικό δάνειο ύψους 2,2 δισεκατομμυρίων ECU, το οποίο θα δινόταν σε τρεις δόσεις,  εφόσον η κυβέρνηση των Αθηνών θα λάμβανε νέα και αυστηρά οικονομικά μέτρα. Παράλληλα όμως με την κακή πορεία της οικονομίας, οι εξελίξεις στον τομέα της κάθαρσης επέσυρε την προσοχή του κοινού με την καταδίκη του Ν. Αθανασόπουλου για την υπόθεση του καλαμποκιού και τη δίκη του Α. Παπανδρέου, που άρχισε στις 11 Μαρτίου 1991, με τον ενδιάμεσο θάνατο του Α. Κουτσόγιωργα και την αθώωση από το Ειδικό Δικαστήριο του Αρχηγού του ΠΑΣΟΚ στις 17 Ιανουαρίου 1992, καθώς και την επιβολή ποινών στους Δ. Τσοβόλα και Γ. Πέτσο. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν θετικό για την παράταξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στο χώρο του Συνασπισμού υπήρξαν σημαντικές εξελίξεις με την ανάδειξη στη θέση του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ της Αλέκας Παπαρρήγα (20 Φεβρουαρίου 1991), τη διάσπαση του κόμματος και την αποχώρηση του ΚΚΕ από τον Συνασπισμό (ΣΥΝ), του οποίου πρόεδρος εξελέγη η Μ. Δαμανάκη.

Η κυβέρνηση της ΝΔ εισερχόμενη στον τρίτο χρόνο της μαστιζόταν από τα μέτρα στην οικονομία, την παιδεία,, την πρόταση αμνήστευσης των πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου 1967, την ψήφιση νέου αντιτρομοκρατικού νόμου, την επιβολή ποινών σε διευθυντές εφημερίδων, την μεταφορά στο εξωτερικό άγνωστου αριθμού αντικειμένων της βασιλικής περιουσίας από το Τατόι, τις διακοπές στην Ελλάδα του τέως βασιλιά το καλοκαίρι του 1993, την καταγγελία εμπλοκής του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη και της κόρης του Ντόρας Μπακογιάννη στο σκάνδαλο παρακολούθησης τηλεφώνων του Α. Παπανδρέου, Μ. Έβερτ και άλλων πολιτικών, κατέστησαν τη θέση της κυβέρνησης δραματική. Τη χαριστική βολή στην ύπαρξη της κυβέρνησης έδωσε ο βουλευτής της ΝΔ Α. Σαμαράς, ο οποίος από τον Απρίλιο 1992, διαφωνώντας με τον πρωθυπουργό για το θέμα των Σκοπίων, είχε παραιτηθεί από το υπουργείο εξωτερικών. Στις 21 Οκτωβρίου 1992 ο Α. Σαμαράς παραιτήθηκε από το αξίωμα του βουλευτή της ΝΔ, ιδρύοντας δικό του κόμμα, την Πολιτική Άνοιξη (ΠΟΛ.ΑΝ) στις 30 Ιουνίου 1993. Με την ανεξαρτητοποίηση των προσκείμενων προς τον Α. Σαμαρά βουλευτών του κόμματος Στέφανου Στεφανόπουλου και Γ. Σιμπιλήδη, η κυβέρνηση της ΝΔ, χάνοντας την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, ανετράπη, αφού ο Αρχηγός της είχε δηλώσει ότι εάν οι βουλευτές του περιορίζονταν σε 150 θα κατέφευγε σε εκλογές, με αποτέλεσμα να ορισθούν οι νέες εκλογές για της 10ης  Οκτωβρίου 1993.

Οι εκλογές της 10ης Οκτωβρίου, που διεξήχθησαν με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής μέσα σε  ατμόσφαιρα πόλωσης και οξύτητας, έφεραν πρώτο κόμμα το ΠΑΣΟΚ με ποσοστό ψήφων 46,88, τη ΝΔ σε πτώση με ποσοστό 39,30% και Τρίτη δύναμη την ΠΟΛ.ΑΝ με ποσοστό 4,87%. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 13 Οκτωβρίου 1993. Ωστόσο η επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία προκάλεσε μεγάλες αναταραχές τόσο στη ΝΔ όσο και στον ΣΥΝ. Τηρώντας προεκλογική δήλωση ο Κ. Μητσοτάκης, μετά την ήττα του κόμματός του, παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε στις 3 Νοεμβρίου 1993 ο Μ. Έβερτ, ενώ στον ΣΥΝ στη θέση της παραιτηθείσας Μ. Δαμανάκη, το έκτακτο Συνέδριο του κόμματος, εξέλεξε ως πρόεδρο τον Ν. Κωνσταντόπουλο.

Ως τον Μάιο 1995, που έληγε η προεδρική θητεία του Κ. Καραμανλή και την παραίτησή του από την πολιτική ζωή της χώρας, το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα δυο μεγάλα κόμματα υπέστησαν αισθητή μείωση της δύναμής τους στις ευρωεκλογές της 12ης Ιουνίου 1994, ενώ σκάνδαλα, στα οποία ενεπλάκησαν στελέχη της ΝΔ, απασχόλησαν τη δημόσια ζωή, αρχικά με την παραπομπή του Κ. Μητσοτάκη στο Ειδικό Δικαστικό για τις τηλεφωνικές υποκλοπές της διετίας 1988 – 1989 και αργότερα νέα παραπομπή στο ίδιο Δικαστήριο των: Κ. Μητσοτάκη, Α. Ανδριανόπουλου και Ι. Παλαιοκρασά για την υπόθεση πώλησης της ΑΓΕΤ Ηρακλής σε ιταλικό όμιλο. Όμως στις αρχές 1995 η κυβέρνηση ανέστειλε με πρότασή της τις διώξεις. Ενόψει της εκλογής νέου Προέδρου η αντιπολίτευση, αναμένοντας τη στάση της ΠΟΛ.ΑΝ, προσδοκούσε σε προσφυγή στις κάλπες. Το κόμμα του Α. Σαμαρά πρότεινε ως Πρόεδρο τον πρώην αρχηγό ΔΗΑΝΑ Κ. Στεφανόπουλο, τον οποίο στήριξε και το ΠΑΣΟΚ, ενώ η ΝΔ πρότεινε τον Α. Τσαλδάρη. Στις 8 Μαρτίου 1995 με 170 ψήφους του ΠΑΣΟΚ και 11 της ΠΟΛ.ΑΝ ο Κ. Στεφανόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, συγκεντρώνοντας 181 ψήφους.

Ωστόσο η κυβερνητική παράταξη, με την προβολή εσωτερικών ανανεωτικών τάσεων στελεχών της, με πρωτεργάτες τους: Κ. Σημίτη. Θ. Πάγκαλο, Β. Παπανδρέου και Π. Αυγερινό, οδηγήθηκε σε κρίση, η οποία κορυφώθηκε με την παραίτηση τον Σεπτέμβριο του υπουργού Βιομηχανίας Κ/ Σημίτη, που στο συνέδριο του κόμματος ήλθε σε ανοικτή ρήξη με τον Α. Παπανδρέου, ενώ την κατάσταση επιδείνωσε η παραίτηση του Δ. Τσοβόλα και η ίδρυση νέου πολιτικού σχήματος του Δημοκρατικού Κοινωνικού Κινήματος (ΔΗΚΚΙ). Ακολούθησε η εσπευσμένη εισαγωγή του Α. Παπανδρέου στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο με λοίμωξη του αναπνευστικού και η ταυτόχρονη διεκδίκηση της αρχηγίας του ΠΑΣΟΚ από τους:  Α. Τσοχατζόπουλο, αναπληρωτή του πρωθυπουργού, Κ. Σημίτη, Α. Κακλαμάνη και Ι. Παπαδόπουλο. Και ενώ ο υπουργός Οικονομικών Α. Παπαδόπουλος είχε οδηγήσει τα οικονομικά σε ανοδική πορεία, αυτή η πολιτική ρευστότητα δεν επέστρεψε τη σταθερή άνοδο της οικονομίας και μάλιστα  αποτελείωσε την προσπάθεια με την υπογραφή σύμβασης ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κατασκευή νέου αεροδρομίου στα Σπάτα. Στις 15 Ιανουαρίου 1996 ο Α. Παπανδρέου, για να διευκολύνει την έξοδο από την πολιτική συμφόρηση της χώρας παραιτήθηκε και στις 18 του ίδιου μήνα η Κοινοβουλευτική Επιτροπή του κόμματος εξέλεξε πρωθυπουργό της κυβέρνησης τον Κ. Σημίτη, το πρόγραμμα του οποίου επιδίωκε την ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Ελλάδας και την απόκτηση της πολιτικής αξιοπιστίας του τόπου. Βαρύτατο ωστόσο πλήγμα υπέστη η νέα κυβέρνηση με την ελληνοτουρκική κρίση στις νησίδες Ίμια τη νύχτα της 30 – 31ης Ιανουαρίου 1996, ύστερα από απόβαση Τουρκικού αγήματος σε μια από τις νησίδες των Ιμίων, την πτώση ελληνικού ελικοπτέρου και το θάνατο του τριμελούς πληρώματός του και την κατόπιν συμφωνίας έξοδο από την εμπλοκή, με την απόσυρση της ελληνικής σημαίας από τη μεγάλη Ίμια.

Στη συνέχεια οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και οι φιλόδοξες κινήσεις υπουργών και στελεχών του κόμματος, προσκείμενων στον Α. Παπανδρέου, υπήρξαν ιδιαίτερα δεσμευτικές για τον πρωθυπουργό, ο οποίος επιχείρησε να αποσαφηνίσει την κατάσταση με το 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο 1996. Στο ενδιάμεσο προς το Συνέδριο, στις 21 Μαρτίου 1996, εξήλθε εξασθενημένος από το Ωνάσειο ο Αρχηγός του κόμματος Α. Παπανδρέου, που δεν διασαφήνισε εάν θα παραμείνει αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Όμως τέσσερις ημέρες πριν την έναρξη των εργασιών του 4ου Συνεδρίου του κόμματος, στις 23 Ιουνίου 1996, ο Α. Παπανδρέου απεβίωσε, αφού με την δυναμική του παρουσία σημάδεψε επί 30 χρόνια τις τύχες της χώρας. Αμέσως οι Κ. Σημίτης και Α. Τσοχατζόπουλος βρέθηκαν αντιμέτωποι στο Συνέδριο, στο οποίο ο πρώτος δήλωνε καθαρά ότι ή θα ήταν και πρόεδρος του κόμματος ή παραιτείτο από πρωθυπουργός και ο δεύτερος να υποστηρίζει το ασυμβίβαστο  των αξιωμάτων προέδρου και πρωθυπουργού. Ο Κ. Σημίτης, για να ενισχύσει τη θέση του και με τη δικαιολογία της όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων τον Αύγουστο 1996, προσέφυγε σε πρόωρες εκλογές, που ορίστηκαν για τις 28 Σεπτεμβρίου 1996, στις οποίες πρώτο κόμμα αναδείχτηκε το ΠΑΣΟΚ με ποσοστό 41,49% και τη ΝΔ με ποσοστό 38,12% των ψήφων. και ταυτόχρονη άνοδο του ΚΚΕ και του ΔΗΚΚΙ και πτώση τη ΠΟΛ.ΛΑΝ. Η κρίση στους κόλπους της ΝΔ συνεχίστηκε οξύτερη και μετά την ήττα της, με τον Μ. Έβερτ να επανεκλέγεται πρόεδρος του κόμματος.  Το καλοκαίρι 1996 το Συνέδριο της ΝΔ εξέλεξε αρχηγό του κόμματος τον Κώστα Καραμανλή, ανιψιό του ιδρυτή της. Η κυβέρνηση του Κ. Σημίτη έθεσε ως βασικό της στόχο την επίσπευση της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τις οικονομίες; των άλλων ευρωπαϊκών κρατών – μελών και η Ελλάδα να ενταχθεί στη Νομισματική Ένωση των Ευρωπαϊκών εταίρων ως το 2001.

Στα χρόνια, μετά το 1989, συνέβησαν σοβαρά πολιτικά γεγονότα στην παγκόσμια πολιτική κονίστρα, που επηρέασαν ποικιλοτρόπως τη διεθνή κατάσταση, όπως: η κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης, η αναγνώριση του Ισραήλ από την Ελλάδα, η έναρξη διαλόγου με την Τουρκία για το Κυπριακό, η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ και η ένταξη της Ελλάδας στο πλευρό των συμμάχων, η όξυνση των σχέσεων της χώρας με την Αλβανία, η διάλυση του αλβανικού καθεστώτος και η φυγή χιλιάδων Βορειοηπειρωτών, που κατέκλυσαν την Ελλάδα, οι δυσάρεστες εξελίξεις στο Μακεδονικό με τα Σκόπια και τη Γιουγκοσλαβία, η επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Τζωρτζ Μπους στην Ελλάδα, η υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ της Ολλανδίας, η ένταξη των Σκοπίων στον ΟΗΕ με την προσωρινή ονομασία FYROM, το εμπάργκο κατά των Σκοπίων, η νέα όξυνση με την Αλβανία του Μπερίσα, οι συγκρούσεις τουρκικών και κουρδικών δυνάμεων σε περιοχές του Κουρδιστάν, η υπογραφή από την Ελλάδα της σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας με το δικαίωμα της επέκτασης των εθνικών υδάτων σε 12 ναυτικά μίλια και οι απειλές της Άγκυρας. η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση με αφορμή τα γεγονότα των Ιμίων, η δολοφονία από την παρακρατική τουρκική οργάνωση «Γκρίζοι Λύκοι» δυο Ελληνοκυπρίων στην πράσινη γραμμή της Μεγαλονήσου κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, η επιβολή ποινής 25 χρόνων στον Γ. Κοσκωτά για το σκάνδαλο της τράπεζας Κρήτης και άλλα.

Στα επόμενα μετά το 1997 χρόνια έλαβαν χώρα και άλλα σημαντικά γεγονότα, όπως: ο θάνατος του Κ. Καραμανλή τον Απρίλιο 1998, η επανεκλογή του Κ. Σημίτη στις εκλογές 2000, ο θάνατος του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ και η εκλογή στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του ως τότε μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού Χριστόδουλου, η απαγωγή του Κούρδου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν αμέσως μετά την έξοδό του από την ελληνική πρεσβεία του Ναϊρόμπι στην Κένυα και η νέα ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εξαιτίας της αποκάλυψης ότι ο Οτσαλάν είχε προηγουμένως φιλοξενηθεί για ένα διάστημα στη χώρα μας, ο καταστρεπτικός σεισμός της 7 Σεπτεμβρίου 1999, η ένταξη 10 νέων κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η είσοδος της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση και η από την 1η Ιανουαρίου 2002 κατάργηση της δραχμής και η καθιέρωση στις συναλλαγές του νέου κοινού νομίσματος του ευρώ. Οι πολιτικές εξελίξεις συνεχίστηκαν: Τον Γ. Σημίτη τον Φεβρουάριο του 2004 αντικατέστησε στην προεδρία του κόμματος ο γιος του Α. Παπανδρέου, Γεώργιος (2009 – 2011), το ΠΑΣΟΚ ήλθε δεύτερο κόμμα (40,5%) στις εκλογές του Μαρτίου 2004, με πρώτη τη ΝΔ υπό τον Κώστα Καραμανλή, με ποσοστό ψήφων 45,3%, η οργάνωση των 28ων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα με μεγάλη επιτυχία, η μετά από δυο θητείες αντικατάσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλου, τον Μάρτιο 2005, από τον Κ. Παπούλια, τον οποίον πρότεινε η ΝΔ, με την έγκριση της αντιπολίτευσης. Στις παρυφές των ημερών μας το κόμμα της ΝΔ έχασε τις εκλογές του 2009 και το ΠΑΣΟΚ σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία δεν κατάφερε να ανακόψει τις άθλιες συνθήκες της ελληνική οικονομίας, για τη θεραπεία της οποίας συνήφθησαν επαχθή δάνεια με την Ευρωπαϊκή Ένωση και για πρώτη φορά με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), με συνέπεια από το 2010 η χώρα να εισέλθει σε μια πρωτοφανή εθνική οικονομική κρίση, κατά την οποία η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και αυτές, που την διαδέχτηκαν, του Λουκά Παπαδήμου (2011 – 2012), έως την δικομματική σημερινή των Α. Σαμαρά και Ευάγγ. Βενιζέλου, να συρθούν υποτακτικά στους δανειστές και να υπογράψουν, χωρίς καμιά διαπραγματευτική αντίσταση, βαρύτατα μνημόνια, που στις ημέρες μας, με τα ολέθρια και χωρίς μέτρο οριζόντια μέτρα, οδήγησαν στην εξαθλίωση του ελληνικού λαού και γενικότερα της χώρας, της περιουσίας της και της ανεξαρτησίας της, ώστε η Ελλάδα λόγω της κρίσης να είναι σήμερα η Τρίτη φτωχότερη χώρα της Ευρώπης μετά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Επειδή από τις βουλευτικές εκλογές, που έγιναν από την υπηρεσιακή κυβέρνηση του Παναγιώτη Πικραμένου, δεν κατέστη δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, προκηρύχτηκαν νέες εκλογές για τις 12 Ιουνίου 2012. Κατά τις εκλογές αυτές αναδείχτηκε πρώτο κόμμα της ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά, με ποσοστό 29,66% και 129 έδρες, δεύτερο ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, με ποσοστό 26,29% και 71 έδρες και τρίτο κόμμα το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου, με ποσοστό 12,28% και 53 έδρες. Η νέα κυβέρνηση υπό τον Αντώνη Σαμαρά συγκροτήθηκε από την ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και την ΔΗΜΑΡ. Στην πορεία ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ Φώτης Κουβέλης διαφώνησε με την κυβερνητική πολιτική και το κόμμα του αποχώρησε από την κυβέρνηση. Η υπό τον Αντώνη Σαμαρά κυβέρνηση, παρέμεινε στην εξουσία, συνεχίζοντας την πολιτική της ελεύθερης  πτώσης και όχι μόνο της ελληνικής οικονομίας. Περί τα τέλη του 2014, υπό την ασφυκτική πίεση των Ευρωπαίων εταίρων και την αδυναμία ανταπόκρισης της Ελλάδας στις απαιτήσεις τους, ο Αντώνης Σαμαράς, μετά από δυόμισι χρόνια παραμονής στην εξουσία, κίνησε τις διαδικασίες εκλογής νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, προκειμένου να αποφύγει νέες εκλογές και προτείνοντας ως υποψήφιο τον βουλευτή Σταύρο Δήμα. Όμως η εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας απέβη άκαρπη και προκηρύχθηκαν νέες εκλογές για τις 25 Ιανουαρίου 2015.

Οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 ανέδειξαν πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, με ποσοστό 36,34% και 149 έδρες, δεύτερο τη ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά, με ποσοστό 27,81% και 76 έδρες, τρίτο, η Χρυσή Αυγή του Νίκου Μιχαλολιάκου, με ποσοστό 6,28% και 17 έδρες, τέταρτο το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, με ποσοστό 6,05% και 17 έδρες, πέμπτο  το ΚΚΕ του Δημήτρη Κουτσούμπα, με ποσοστό 5,47% και 15 έδρες, έκτο Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Πάνου Καμμένου, με ποσοστό 4,75% και 13 έδρες και έβδομο το κόμμα το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου, με ποσοστό 4,68% και  13 έδρες. Αποχή 36,13% και 8,62% τα εκτός Βουλής κόμματα.

Στις 26 Ιανουαρίου 2015, με τη σύμπραξη των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου, ορκίστηκε ως πρωθυπουργός και σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία ορκίστηκε στις 27 Ιανουαρίου 2015.

Με το αποτέλεσμα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015 τέθηκε τέρμα στην επί δεκαετίες κυριαρχία των κομμάτων της δεξιάς και του Κέντρου και επικράτησε με δημοκρατικές διαδικασίες για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία του τόπου, η Αριστερά. Στις 18 Ιανουαρίου 2015 εξελέγη νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Προκόπης Παυλόπουλος  με πλειοψηφία 233 ψήφων.

Αμέσως μετά η νέα κυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα, επιδιώκοντας την εφαρμογή του προεκλογικού της προγράμματος, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους δανειστές μας, ζητώντας να σταματήσει τη Μνημόνιο και να υπογραφεί νέα συμφωνία, προς ηπιότερη και δικαιότερη διευθέτηση των οφειλών της Ελλάδας. Μέχρι σήμερα (22.5.15) δεν επήλθε συμφωνία, με τους Ευρωπαίους να εμμένουν  στις απαιτήσεις του Μνημονίου του Αντώνη Σαμαρά και την ελληνική πλευρά να θέτει κόκκινες γραμμές σε πολλά αιτήματα των συνομιλητών της.  

Αθήνα 22 Μαΐου 2015

                                                                                      ΤΕΛΟΣ


About the Author



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑