Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 52

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 53

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 54

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 55

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 56

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 57

Warning: A non-numeric value encountered in /srv/users/serverpilot/apps/eaals/public/wp-content/themes/gonzo/single.php on line 58
ΑΡΘΡΑ no image

Published on 30 Αυγούστου, 2015 | by eaals

0

Το Λιμενικό Σώμα και το Ε.Ν. στον πόλεμο 1940 – 44

POLEMOS ‘40

 ΟΜΙΛΗΤΗΣ: Κώστας Μιχ. Σταμάτης

ΤΟΠΟΣ: Πειραϊκός Σύνδεσμος

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Aπριλίου 2014. Ώρα 19.00

ΘΕΜΑ: «Το Λιμενικό Σώμα και το Ε. Ν. στον Πόλεμο 40 – 45»

  

  • Ο πόλεμος των ωκεανών

 Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 και έληξε με την υπογραφή συνθηκολόγησης στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 επάνω στο αμερικανικό θωρηκτό «Μισούρι» και η διάρκειά του ήταν 6 χρόνια και 16 ημέρες. Στη φονική του δίνη ενεπλάκησαν σχεδόν όλα τα κράτη του κόσμου. Οι επιχειρήσεις του πολέμου διαδραματίστηκαν  στη στεριά  και στη θάλασσα, αλλά ο πόλεμος αυτός κρίθηκε στη θάλασσα στις γιγαντιαίες ναυμαχίες του Ατλαντικού, του Ειρηνικού, του Ινδικού και της Μεσογείου, στην Δουνκέρκη, στο Περλ Χάρμπορ, στη Νορμανδία. Στις αμέτρητες νηοπομπές, που οργανώθηκαν, τα εμπορικά πλοία, τα οποία συμμετείχαν, αποτελούσαν τα ¾ των πλοίων των νηοπομπών και τα πολεμικά το ¼. Στην αρχή οι νηοπομπές των εμπορικών πλοίων δεν συνοδεύονταν από πολεμικά πλοία, αργότερα όμως τα συνόδευαν στις 10 ημέρες μόνον τις 7, προς εξοικονόμηση καυσίμων.

Από τα τρία κύρια πεδία, στα οποία αγωνίστηκαν οι Έλληνες στον πόλεμο: Αλβανικό Μέτωπο, Εθνική Αντίσταση και Θάλασσα, στην τελευταία η Ελλάδα βροντοφώνησε και πάλι το ένδοξο ΟΧΙ της επάνω στην πλωτή της προέκταση των πλοίων του Εμπορικού Ναυτικού στα πέρατα της υδρογείου. Τα παλαιά ελληνικά φορτηγά, που πήραν μέρος στις νηοπομπές, συχνά δεν μπορούσαν να πετύχουν τη σταθερή ταχύτητα των 8 κόμβων της νηοπομπής και πολλές φορές έμεναν, εκτός προστασίας και αποτελούσαν εύκολο στόχο των γερμανικών υποβρυχίων, τα οποία είχαν διασπαρεί σε όλες τις θάλασσες. Επιπλέον δεν εδικαιολογείτο καμιά καθυστέρηση των σκαφών της νηοπομπής προς περισυλλογή ζώντων και νεκρών από τη θάλασσα. Ο πόλεμος αυτός προκάλεσε την απώλεια 50 εκατομμυρίων ψυχών.

Στη Μεσόγειο ο πόλεμος άρχισε  με την εποποιία της Δουνκέρκης (28 Μαΐου – 4 Ιουλίου 1940), δηλαδή λίγο πριν από την επίθεση των Ιταλών εναντίον της Ελλάδας. Στο «Θαύμα της Δουνκέρκης», κάτω από καταιγιστικό βομβαρδισμό των γερμανικών στούκας, επιτεύχθηκε ο απεγκλωβισμός  335.000 Άγγλων και Γάλλων στρατιωτών, ενώ οι απώλειες σε πλοία ήταν 12 βυθίσεις συμμαχικών αντιτορπιλικών και αρκετών μικρότερων πολεμικών σκαφών και εμπορικών πλοίων.

Από το καλοκαίρι του 1940 ως το χειμώνα ’40 – ’41 η Μεσόγειος υπήρξε τόπος σφοδρών θαλασσινών συγκρούσεων, με τους Ιταλούς να κατέχουν τα στενά Σικελίας – Μεσσήνης και τους Άγγλους να έχουν τις πολεμικές βάσεις εξορμήσεων στο Γιβραλτάρ και την Αλεξάνδρεια. Στις 9 Ιουλίου 1940  Άγγλοι και Ιταλοί συνήψαν μεγάλη ναυμαχία στην Καλαβρία, με αποτέλεσμα την άτακτη φυγή των Ιταλών, αλλά και την αμφίρροπη νίκη των Άγγλων. Στις 11 – 12 Νοεμβρίου 1940 η αγγλική αεροπορία βομβάρδισε το λιμάνι του Τάραντα, βυθίζοντας το θωρηκτό «Ιούλιος Καίσαρ» και ένα ακόμη τύπου Λιττόριο. Στις 9 Φεβρουαρίου 1941 ο αγγλικός στόλος, κατέπλευσε έξω από τη Γένοβα και  βομβάρδισε το λιμάνι και την πόλη. Αργότερα, στις 25 Μαρτίου 1941, οι Ιταλοί απώλεσαν 2 βαρέα καταδρομικά και 2 αντιτορπιλικά σε ναυμαχία τους με τους συμμάχους στο ακρωτήριο Ταίναρο.

Τα γερμανικά αεροπλάνα έπληξαν τον ελληνικό στόλο, τα λιμάνια και τα εμπορικά μας πλοία. Κατά τη διάρκεια αυτών των βομβαρδισμών, μέσα σε δυο εβδομάδες βυθίστηκε το ελληνικό θωρηκτό «Κιλκίς», 10 τορπιλοβόλα και 36 επίτακτα φορτηγά πλοία. Ο ελληνικός πολεμικός στόλος, που τον αποτελούσαν: το θωρηκτό «Αβέρωφ», 5 αντιτορπιλικά, 3 τορπιλοβόλα, 5 υποβρύχια και το πλωτό συνεργείο «Ήφαιστος», κάτω από αυτές τις συνθήκες, ακολούθησε την Ελληνική Κυβέρνηση στην Αίγυπτο και κατέπλευσε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Κατά τις επιχειρήσεις κατάληψης του αεροδρομίου του Μάλεμε της Κρήτης από τους Γερμανούς στις 20 Μαΐου 1941, οι εισβολείς, εκτός από τις αερομεταφορές στρατού, επίταξαν κάθε τύπο μικρών και μεγάλων ελληνικών σκαφών, που συνοδεύονταν από γερμανικά τορπιλοβόλα, για να μεταφέρουν δια θαλάσσης στην Κρήτη,  5.000 Γερμανούς στρατιώτες. Τα μεσάνυχτα της 21ης προς 22α Μαΐου 1941, ο συμμαχικός στόλος υπό τον Άγγλο ναύαρχο Κάννινγκαμ, καταβύθισε ολόκληρο αυτόν τον στολίσκο, μαζί με όλους τους επιβαίνοντες. Εξάλλου κατά την 12ήμερης διάρκειας επιχείρηση εκκένωσης της Κρήτης, μεταφέρθηκαν με ελληνικά σκάφη16.000 στρατιώτες, από τους οποίους 14.850 Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Σημειώνεται εδώ ότι η αντάρτικη αντίσταση κατά την Κατοχή, από τη στεριά επεκτάθηκε και στη θάλασσα, από τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου έδρασε το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ), διαθέτοντας μικρά εξοπλισμένα καΐκια και ολιγάριθμο πλήρωμα, που εκτέλεσε καταδρομές, δολιοφθορές και παρακολουθήσεις των κατακτητών, ενώ από  το εξωτερικό με διασυνδέσεις και στο εσωτερικό της χώρας έδρασε και η Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ) από το 1943.

Καιρός να αναφερθούμε τώρα ενδεικτικά, βέβαια, σε θαλάσσιες επιχειρήσεις των εμπολέμων στους ωκεανούς, στους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε τελικά η έκβαση του πολέμου.

Προετοιμάζοντας την επίθεση κατά της Ρωσίας ο Χίτλερ και για να παρεμποδίσει τον  ανεφοδιασμό της Ρωσίας από τον βρετανικό στόλο, επιχείρησε να πλήξει τους Άγγλους στον Βόρειο Ατλαντικό, αποστέλλοντας εκεί το θωρηκτό «Βίσμαρκ», το καταδρομικό «Πρίγκιψ Ευγένιος» και δυο ακόμη ταχύπλοα πολεμικά πλοία. Ο αγγλικός στόλος, υπό τον ναύαρχο Τζων Τόβεϋ, αφού προαπέστειλε το θωρηκτό «Πρίγκιψ της Ουαλλίας» και το καταδρομικό «Χουντ», συναντήθηκε με τον γερμανικό στόλο και συνήφθη ναυμαχία το πρωί της 24ης Μαΐου 1941, κατά την οποία βυθίστηκε αύτανδρο το «Χουντ», ενώ το «Πρίγκιψ της Ουαλλίας» απεσύρθη του πολεμικού πεδίου λόγω σοβαρών βλαβών. Στη διήμερη δραματική  αναζήτηση του θωρηκτού «Βίσμαρκ» και των γερμανικών πλοίων στον Βόρειο Ατλαντικό, από τους Άγγλους, έλαβαν μέρος 2 αεροπλανοφόρα, 5 θωρηκτά, καταδρομικά και αντιτορπιλικά, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί και να καταβυθιστεί το «Βίσμαρκ», που έπλεε προς τη Βρέστη, και να απωλεσθεί το μεγαλύτερο μέρος του από 2.200 άνδρες πληρώματός του. Τότε οι Γερμανοί στράφηκαν στο νέο όπλο των υποβρυχίων – βγήκαν στον πόλεμο με 250 υποβρύχια και είχαν δυνατότητα ναυπήγησης 15 νέων το μήνα. Τα υποβρύχια αυτά προκάλεσαν φοβερές καταστροφές στα εμπορικά πλοία της Ελλάδας και των συμμάχων, με συνέπεια οι Γερμανοί να αποκτήσουν τον έλεγχο του Βορείου Ατλαντικού, εφαρμόζοντας τις «κατ’ αγέλας λύκων» επιθέσεις.

Η ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ  των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας ύστερα από την επίθεση της τελευταίας στη Ματζουρία και αργότερα στην Ινδοκίνα, μετέφερε το πολεμικό θέατρο στον Ειρηνικό. Προκειμένου η Ιαπωνία να κυριαρχήσει στη θάλασσα, αφού συγκρότησε δύναμη δράσης 2 θωρηκτών, 6 αεροπλανοφόρων, 3 καταδρομικών και 9 αντιτορπιλικών, το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου 1941 εξαπέλυσε γιγαντιαία αεροπορική επίθεση κατά του αμερικανικού στόλου, που ναυλοχούσε στη ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ στο νησί Οχάου στο σύμπλεγμα των Χαβάη, στη μέση του Ειρηνικού. Στο Περλ Χάρμπορ βρισκόταν από τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου  1941, η κύρια δύναμη του στόλου των ΗΠΑ, αποτελούμενη από: 8 θωρηκτά, 9 καταδρομικά και το 1/3 των αντιτορπιλικών του στόλου του Ειρηνικού, ενώ στην Ουάσιγκτον διεξάγονταν επείγουσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Αμερικανών και Ιαπώνων. Η επιχείρηση που διήρκεσε μόλις 2 ώρες, και, έχοντας το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, προκάλεσε ανατινάξεις, καταβυθίσεις, ολικές απώλειες και σοβαρότατες βλάβες  στον αμερικανικό στόλο, ενώ οι Ιάπωνες έχασαν μόνο 30 αεροπλάνα και ολιγάριθμα μικρά υποβρύχια. Την επομένη της καταστροφής η Αμερική κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, η οποία, εκμεταλλευόμενη τη νίκη της στο Περλ Χάρμπορ, επιτέθηκε εναντίον της Μαλαισίας, κατέλαβε τη Σιγκαπούρη και επί του κινεζικού εδάφους το βρετανικής κατοχής Χογκ Κογκ, ακολούθησε η κατάληψη των Φιλιππίνων, οι ναυμαχίες στη Σουμάτρα και στην Ιάβα, με ήττα των Αμερικανών στην τελευταία. Την άνοιξη του 1942 η ιαπωνική ορμή υποχώρησε, ηττήθηκαν οι Ιάπωνες στη ναυμαχία της Νότιας Καληδονίας και στη ναυμαχία του Μιντγουαίυ και οι Άγγλοι έγιναν κύριοι της Μαδαγασκάρης. Ωστόσο εντάθηκαν οι συγκρούσεις στον Ατλαντικό, το θέατρο του πολέμου μεταφέρθηκε στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αφρική, συγκροτήθηκαν οι νηοπομπές προς το Μουρμάνσκ, η νίκη των συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν, η συμμαχική εκστρατεία κατά της Σικελίας, η επιθετική στρατηγική των Αμερικανών στον Ειρηνικό την άνοιξη του 1943, οι επιχειρήσεις τους στα Νησιά του Σολομώντος και η δράση των Άγγλων στη Νέα Γουϊνέα.

Ο πόλεμος των ωκεανών ολοκληρώθηκε με τη κολοσσιαία  συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία την 6η Ιουνίου 1944, με ανώτατο διοικητή τον Αϊζενχάουερ, στην οποία έλαβαν μέρος: 39 στρατιωτικές μεραρχίες, με συνολικό ανθρώπινο δυναμικό 3 εκατομμυρίων στρατιωτών, 20.000 οχήματα, 11.000 αεροπλάνα και 7.000 πλοία. Για να πετύχει η επιχείρηση έπρεπε να δημιουργηθούν πρόχειρα τεχνητά λιμάνια, λίγο πριν από την απόβαση, για να λειτουργήσουν σαν κυματοθραύστες των πελώριων κυμάτων του Ατλαντικού και να κινηθούν με ασφάλεια τα πολυάριθμα μικρά συμμαχικά αποβατικά σκάφη. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού συγκροτήθηκε το «Κομβόι του θανάτου», από εθελοντές ναυτικούς. Τα μικρά αυτά φορτηγά, ερματισμένα  με τσιμέντο ή άμμο, προσάραξαν στις νορμανδικές ακτές, το ένα δίπλα στο άλλο, σχηματίζοντας έναν συμπαγή και ασφαλή κυματοθραύστη κατά των κυμάτων του Ατλαντικού. Συνολικά  προσάραξαν 62 φορτηγά πλοία. Ανάμεσά τους και τα ελληνικά φορτηγά «Γεώργιος Π.» και «Άγιος Σπυρίδων», με ελληνικά εθελοντικά πληρώματα. Η απόβαση εκτελέστηκε με ακρίβεια και αιφνιδιασμό, ενώ οι Γερμανοί περίμεναν απόβαση από το Καλέ.

  • Το Λιμενικό Σώμα

     Με την κήρυξη του πολέμου της 28ης Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα πέρασε στην εμπόλεμη φάση, διατάχτηκε γενική επιστράτευση στις Ένοπλες Δυνάμεις και στο Λιμενικό Σώμα, το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία, υπήχθη  αυτόματα στο Πολεμικό Ναυτικό, για να λάβει συντονιστικό μέρος στις πολεμικές δια θαλάσσης μεταφορές, ασκώντας παράλληλα και τα λοιπά καθήκοντά του. Αμέσως, κατά διαταγή του ΥφΕΝ, το Λιμενικό Σώμα προέβη στον συντονισμό των Υπηρεσιών Κέντρου και περιφέρειας, αλλά και του εξωτερικού και συμμετείχε στον διοικητικό και πολεμικό μηχανισμό, με όλο το προσωπικό του στη δημιουργία του «Τέταρτου Όπλου του Πολέμου», όπως σωστά αποκλήθηκε το Εμπορικό Ναυτικό.

Στην πρώτη φάση η συνεισφορά του ΥφΕΝ και του Λιμενικού Σώματος καλύπτει τρία στάδια: πριν τον πόλεμο, κατά το έπος του ’40 και τη γερμανική Κατοχή, τα οποία αντιστοιχούσαν στην προετοιμασία, στην άμυνα και στην αντίσταση. Για το λόγο αυτό επιτάχτηκαν αμέσως 212 πλοία διαφόρων κατηγοριών, προς αντιμετώπιση των πρώτων πολεμικών αναγκών ως εξής : για τον ανεφοδιασμό του Στρατού 142 φ/γ και π/κ, για την Αεροπορία 6 πλοία, για τον έλεγχο από τη θάλασσα εισόδων φραγμάτων 6 πλοία, για τις ναυτικές αμυντικές περιοχές της χώρας 23 πλοία διαφόρων κατηγοριών, για τη ναρκαλιεία 21 ρ/κ και άλλες κατηγορίες, για τη μεταφορά τραυματιών 4 ε/γ και για την αραίωση πλοίων με υγρά καύσιμα 12 φορτηγά (σλέπια).

Στη συνέχεια εντοπίστηκαν τα ανά την υφήλιο ποντοπόρα ελληνικά πλοία, επελέγησαν ικανά και επαρκή πληρώματα, προστατεύτηκαν οι ναυτικοί και οι οικογένειές τους, οργανώθηκαν οι εσωτερικές θαλάσσιες συγκοινωνίες, τέθηκε σε ετοιμότητα κάθε σκάφος του εσωτερικού, που  χρησιμοποιήθηκαν για την έγκαιρη μεταφορά εφέδρων σε λιμάνια του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους, που ήταν κοντινά στο αλβανικό μέτωπο, ενώ αξιωματικοί του Λιμενικού Σώματος στο ΥφΕΝ εκπόνησαν τάχιστα ευέλικτο νομοθετικό πολεμικό πλαίσιο, με το οποίο ρυθμίστηκαν θέματα κινδύνων πολέμου, ατυχημάτων πλοίων από πολεμικές αιτίες, διατυπώσεις θαλασσίων μεταφορών, ναυλώσεις και επιτάξεις πλοίων, προσαρμογή των θαλασσίων συγκοινωνιών της χώρας, ιδρύθηκε η Διεύθυνση Θαλασσίων Κρατικών Μεταφορών, η οποία πραγματοποίησε 1.536 επιτάξεις κατά τη διάρκεια του πολέμου και άμεση επιστράτευση των ναυτικών. Συγχρόνως οργανώθηκαν, με τη συνεργασία του Πολεμικού Ναυτικού, 6 πολεμικά λιμάνια στην επικράτεια, ενισχύθηκαν σε προσωπικό τα Προξενικά Λιμεναρχεία και στο εσωτερικό το προσωπικό και τα μέσα των κύριων Λιμενικών Αρχών και ιδρύθηκαν νέες Αρχές σε στρατηγικής σημασίας θέσεις, ανακλήθηκαν στην ενέργεια οι Έφεδροι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του Λιμενικού Σώματος, προωθήθηκαν έφεδροι και επίστρατοι στο μέτωπο, εκπαιδεύτηκαν άνδρες του Σώματος στη χρήση βαρέων όπλων, συγκροτήθηκε ευρύ δίκτυο συλλογής πληροφοριών για τις κινήσεις και τα σχέδια του εχθρού, πάντοτε σε άμεση συνεργασία με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Συστηματοποιήθηκαν οι αναγκαίες στρατιωτικές επιτάξεις και ναυλώσεις εμπορικών πλοίων, τα οποία επανδρώθηκαν με  την άοκνη φροντίδα του ΓΕΝΕ.

Με την κατάρρευση του μετώπου και τη συνθηκολόγηση, το Λιμενικό Σώμα διασπάστηκε σε εκείνο του εσωτερικού, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί, ασκώντας τις μη στρατιωτικές του αρμοδιότητες, ενώ συγκαλυμμένα ανέπτυξε πλούσια δράση κατά των αρχών Κατοχής, με αυταπάρνηση και θυσίες. Και στο άλλο, που με το ΥφΕΝ και  με έναν υπολογίσιμο αριθμό αξιωματικών και ανδρών του, οι οποίοι στο διάστημα 1941 – 1944 ανήλθαν σε μια εκατοντάδα, ακολούθησαν σταδιακά την ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, όπου διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο, σε συνεργασία με τα Προξενικά Λιμεναρχεία, τους συμμάχους και τις προξενικές αρχές, συντονίζοντας άψογα, τις θαλάσσιες πολεμικές μεταφορές, με τη συμμετοχή πολλών ελληνικών πλοίων, τα οποία η εξόριστη κυβέρνηση μέσω του ΥφΕΝ χρονοναύλωσε  σχεδόν στο σύνολό τους στους Άγγλους, με τη λεγόμενη «Αγγλοελληνική Συμφωνία», συγκροτώντας στο Λονδίνο την Ελληνική Ναυτιλιακή Επιτροπή και ιδρύοντας εκεί νέα Διεύθυνση Θαλασσίων Κρατικών Μεταφορών.

Όσοι Λιμενικοί παρέμειναν στην Ελλάδα, σε όλες τις φάσεις του εξάχρονου πολέμου, με κίνδυνο της ζωής τους, κάτω από μια κυβέρνηση υποταγμένη στους Γερμανούς και  μια άλλη εξόριστη κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή, που δεν ήταν σε θέση να ασχοληθεί με την πείνα, τον κατατρεγμό, το θάνατο και την καθημαγμένη Ελλάδα, ασχολήθηκαν με την οργάνωση μεταφορών με καΐκια, συμμάχων στη Μικρά Ασία και στην Αίγυπτο, έζευξαν γέφυρες, μετασκεύασαν φορτηγίδες, μετέφεραν δια ξηράς μέσω ορεινών όγκων πλοιάρια σε λίμνες, εξουδετέρωσαν νάρκες, συγκρούστηκαν ένοπλα με τον κατακτητή, συνέπηξαν στις κυριότερες Λιμενικές Αρχές εσωτερικού και εξωτερικού σημαντικούς πυρήνες συλλογής πληροφοριών κατά του εχθρού, με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις των κατακτητών στη θάλασσα να ματαιωθούν. Συνεργάστηκαν με το Στρατό και το Ναυτικό και με αξιόπιστους πλοηγούς του Πειραιά και δημιούργησαν μηχανισμούς μετάδοσης των συλλεγομένων πληροφοριών στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Λιμενικοί συμμετείχαν σχεδόν σε όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, («Αλίκη», «Όμηρος», «Κόδρος», «Τρίαινα», «Αγωνιζόμενη Ελλάς», «Στρατιά Σκλαβωμένων Νικητών» και άλλες), με πλούσια αντιστασιακή δράση, την οποία  αναγνώρισαν  επίσημα αυτόπτες Έλληνες και ξένοι στρατηγοί, ναύαρχοι, διπλωμάτες και ειδικοί ιστορικοί του πολέμου σε βιβλία και ανακοινωθέντα τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους πιο κάτω Λιμενικούς, οι οποίοι διακρίθηκαν για την αντιστασιακή τους δράση: Παναγιώτη Θεοχάρη, Κωνσταντινίδη Γρ., Λοΐσιο Θ., Κουρμπέλη Ν., Γεωργακόπουλο Α., Κλαπή Γ., Γεωργαντόπουλο Ε., Μεϊμάρη Ι., Παπαμιχαήλ Σ., Τούγια Γ.,  Μπαχά Α.,  Σαμαντζόπουλο Δ. και πολλούς άλλους.

Αξιόλογη εξάλλου υπήρξε η δράση των Λιμεναρχείων Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Κέρκυρας, Πάτρας, Αγίων Σαράντα (με πρώτο Λιμενάρχη τον Ανθυποπλοίαρχο Λ.Σ. Δημήτριο Αλουπογιάννη), Αλεξανδρούπολης, Καβάλας, Ελευθερών, Βόλου, Χαλκίδας, Στυλίδας, Σκιάθου, Καλαμάτας, Πύλου, Ναυπλίου, Γυθείου, Ισθμίας, Σύρου, Άνδρου, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου, Λήμνου, Χανίων, Ηρακλείου, καθώς και η ίδρυση νέων Λιμεναρχείων και Λιμενικών Σταθμών (Ραφήνας , Καρύστου, Σαλαμίνας, Κατερίνης, Λεωνιδίου και άλλων), ενώ ισάξια εκτιμάται και η δράση των Προξενικών Λιμεναρχείων Λονδίνου, Κάρδιφ, Νέας Υόρκης, Μπουένος Άιρες, Χάλιφαξ, Λισσαβόνας, Αλεξανδρείας, Κύπρου, Ντάρμπαν, Σίδνεϋ, Καλκούτας, Σουέζ, Πορτ Σάιντ, που  υπηρέτησαν με επιτυχία την ελληνική συμμετοχή στις πολεμικές μεταφορές σε όλα τα  στάδια και τα θέατρα του πολέμου στους πέντε ωκεανούς.

Παράλληλα στο εσωτερικό το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος όταν ενέσκηψε η μεγάλη πείνα του 1941, αποδεκατίζοντας τον ελληνικό πληθυσμό, ανέπτυξε αξιόλογο κοινωνικό έργο, απέναντι στους Έλληνες ναυτικούς και στις οικογένειές  τους, παρέχοντας ενισχυμένα επιδόματα ακόμη και σε οικογένειες ναυτικών, που ήταν κανονικά ναυτολογημένοι σε ενεργά ελληνικά εμπορικά πλοία. Κορυφαία κοινωνική εκδήλωση του Λιμενικού Σώματος ήταν η σύσταση και λειτουργία ναυτικών συσσιτίων υπέρ των ανέργων ναυτικών, των οικογενειών, που είχαν θύματα ναυτικούς, καθώς και των οικογενειών ναυτικών, που είχαν αποκλειστεί στο εξωτερικό και ήταν ναυτολογημένοι σε επιταγμένα από την κυβέρνηση του Καΐρου ελληνικά πλοία. Σε μια εποχή, που ο κόσμος πέθαινε στο δρόμο από την πείνα και  την ασιτία και η απάνθρωπη καταδυνάστευση του κατακτητή βρισκόταν στην κορυφή της, δημιουργήθηκαν από εκπροσώπους του ναυτικού κόσμου και από Λιμενικούς αυτά τα Οικονομικά Συσσίτια Εργατών Θαλάσσης, που, διοικούμενα από ολιγομελή και ευέλικτη Επιτροπή,  λειτούργησαν σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, τα οποία μοίραζαν καθημερινά γύρω στις 25.000 μερίδες τροφής στους άνεργους ναυτικούς και στις οικογένειές τους. Εκτελεστικό όργανο της Επιτροπής ήταν οι 6 Ναυτικές Εστίες σε 5 συνοικιακούς ναυτότοπους του Πειραιά και μια στην Αθήνα.

Σε αυτόν τον υπέρ πάντων αγώνα ζωής και θανάτου, η μικρή οικογένεια του Λιμενικού Σώματος θρήνησε 26 νεκρούς. Ανάμεσά τους οι υποπλοίαρχοι Γεώργιος Κωτούλας και Ηλίας Καζάκος  που ήταν οι πρώτοι, οι οποίοι εκτελέστηκαν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, καθώς και 8 ακόμη αξιωματικοί και 16 υπαξιωματικοί. Από τα όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι το Λιμενικό Σώμα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο, πετυχαίνοντας να κινητοποιήσει τον πολυάριθμο ελληνικό εμπορικό στόλο και να τον εντάξει με επιτυχία στον πολεμικό μηχανισμό, συνδράμοντας έτσι αποφασιστικά στην αίσια έκβαση αυτού του φονικού πολέμου. Τελικά η επίσημη αναγνώριση του ΥφΕΝ και του Λιμενικού Σώματος για την προσφορά τους στη διάρκεια του πολέμου 1940 – 1945, καταξιώθηκε με τη μετάταξη του ως τότε Υφυπουργείου Ναυτιλίας σε Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας.

Αυτή ήταν σε επικεφαλίδες, θα έλεγα, η συμμετοχή και συνεισφορά του Λιμενικού Σώματος σε αυτόν τον πόλεμο.

 

Εμπορικό Ναυτικό

Οι Έλληνες ναυτικοί πληροφορήθηκαν την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου από έκτακτο δελτίο της Ελληνικής Εκπομπής του BBC το απόγευμα της 28ης Οκτωβρίου 1940 και το βράδυ της επομένης από το σταθμό του Βανκούβερ, μεταδιδόταν η γενική κλήση προς όλα τα ελληνικά πλοία , που ταξίδευαν στον Ειρηνικό: «Σας ανατίθεται ο αγών των θαλασσίων πολεμικών μεταφορών…». Το 94% των Ελλήνων ναυτικών, με την έκρηξη του πολέμου, παρέμεινε εθελοντικά στα πλοία και είναι αξιοθαύμαστο ότι πολλοί ναυτικοί, των οποίων τα καράβια τορπιλίστηκαν και ναυάγησαν, συνέχισαν και ναυτολογήθηκαν σε άλλα, προσφέροντας με αυταπάρνηση την εθνική τους ψυχή εναντίον των Γερμανών, ενώ μόλις το 6% των ελληνικών πληρωμάτων, όπως είχαν άλλωστε εκ του νόμου το δικαίωμα, επέστρεψαν στην πατρίδα. Τα ελληνικά πληρώματα, όσο διαρκούσε ο πόλεμος, σε μεγάλο ποσοστό, ήταν συγκεντρωμένα κυρίως στα λιμάνια του Κάρδιφ και του Λίβερπουλ της Αγγλίας, αλλά και στην Λισσαβόνα και την Αλεξάνδρεια, όπου οργανώνονταν οι νηοπομπές και από εκεί ακολουθούσαν τις συγκρούσεις των ωκεανών, της Ρωσίας, της Ευρώπης, της Β. Αφρικής, της Βιρμανίας, της Κίνας και της  Ωκεανίας. Με αυταπάρνηση συμμετείχαν στις στρατιωτικές μεταφορές για 6 χρόνια και 16 ημέρες, αντιμετωπίζοντας καθημερινά τις κάθετες εφορμήσεις των γερμανικών στούκας, τις τορπίλες των υποβρυχίων, τα εχθρικά πολεμικά πλοία, τις διάσπαρτες νάρκες, τη μανία των ωκεάνιων κυμάτων, τους πεινασμένους καρχαρίες και τα φονικά πυρά των Γερμανών από τα πολεμικά σκάφη, όταν τραυματισμένοι οι ναυτικοί μας έπεφταν στη θάλασσα για να σωθούν.

Η εμπλοκή του Ελληνικού Εμπορικού Ναυτικού στον πόλεμο άρχισε ενωρίς: στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1939, με τη βύθιση του ελληνικού φορτηγού «Κωστής», που προσέκρουσε σε νάρκη στη Βαλτική. Στην επίμαχη χρονική περίοδο 1940 – 1945, αυτή η εμπλοκή εκδηλώθηκε σε δύο φάσεις: Η πρώτη περιλάμβανε τη δράση του εντός της Ελλάδας, η οποία κάλυπτε τρία διαδοχικά στάδια: το έπος του `40, την Κατοχή και την αντίσταση και η δεύτερη φάση την εμπλοκή των ελληνικών εμπορικών πλοίων και των ναυτικών μας  εκτός Ελλάδας, σε αφιλόξενους ωκεανούς και μακρινές θάλασσες, η οποία συνεχίστηκε σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου.

Η πολεμική μηχανή του Άξονα τo 1942, μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ, περιλάμβανε ένα υπερσύγχρονο και ευέλικτο οπλοστάσιο, με τα καθέτου εφορμήσεως αεροπλάνα του, τα 820 υποβρύχια, τα θωρηκτά τσέπης, τα καταδρομικά σκάφη επιφανείας, τα καμουφλαρισμένα του φορτηγά και τις νάρκες, ποντισμένες σε κάθε θαλάσσια διάβαση. Αυτόν τον πανίσχυρο και ύπουλο εχθρό αντιμετώπισαν στους ωκεανούς οι νηοπομπές, με κυριότερο εχθρό τους την υποχρεωτική τους πορεία σε όλους τους παραλλήλους της γης και τη Μεσόγειο να τελεί υπό την   κυριαρχία των Γερμανών. Με τη λήξη του πολέμου από τα 820 υποβρύχια διασώθηκαν μόλις τα 102 και από τις 39.000 των πληρωμάτων μόλις 7.000 άνδρες.

Με την επιβολή της Κατοχής στην Ελλάδα, οι Γερμανοί κατάσχεσαν όλα σχεδόν τα κάθε τύπου και χωρητικότητας  ελληνικά σκάφη, ακόμη και εκείνα των εσωτερικών συγκοινωνιών και τα  ενέταξαν στην πολεμική τους μηχανή. Στους Έλληνες απόμειναν ψαρόβαρκες και βομβαρδισμένα καΐκια, με τα οποία και επιβίωσαν, πραγματοποιώντας μεταφορές αγαθών και συχνά επικίνδυνες αποστολές υπό την άγρυπνη καθοδήγηση και συμπαράσταση των ανδρών του Λιμενικού Σώματος.

Τα πληρώματα αυτών των κατασχεμένων πλοίων, ενώ ήταν στην υπηρεσία του εχθρού, συνεργάστηκαν με τα πληρώματα των ελληνικών σκαφών, που είχαν διαφύγει στη Μέση Ανατολή, εναντίον των Γερμανών και πλήρωσαν την τόλμη τους συχνά με το αίμα τους. Τα πλοία αυτά, κυριολεκτικά κάτω από τον γερμανικό εφιάλτη, μετέφεραν στρατιωτικούς Έλληνες και ξένους, το ταχυδρομείο, τις πληροφορίες και τα μηνύματα στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, συμμετείχαν σε δολιοφθορές κατά του εχθρού, συνέλλεξαν πολύτιμες πληροφορίες υπέρ των συμμάχων, υπήρξαν συνεχώς ο μοναδικός συνδετικός κρίκος μεταξύ συμμαχικών πολεμικών πλοίων, υποβρυχίων και της ξηράς, χρησιμοποιήθηκαν ως πυρπολικά κατά των αντιπάλων, διαμετακόμισαν φυγάδες και διαδραμάτισαν έναν μεγίστης διασυμμαχικής  σημασίας ρόλο, που κάλυψε με επιτυχία όλο το πολύμορφο φάσμα των αναγκών σε εφόδια και υλικά, τις οποίες φυσικά αδυνατούσαν να εκτελέσουν τα εμπλεκόμενα όπλα με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Ένα από αυτά τα σκάφη παρέλαβε και μετέφερε από τον όρμο της Αγίας Γαλήνης Κρήτης, σε αγγλικό πολεμικό, τον βασιλιά Γεώργιο και την ακολουθία του, για να συνεχίσει τον υπέρ της ελευθερίας αγώνα των Ελλήνων στη Μέση Ανατολή.

Πριν όμως φτάσουμε στην καταγραφή της δύναμης του ελληνικού εμπορικού στόλου προ και μετά τον πόλεμο και στις απώλειες πλοίων και ναυτικών, θα αναφερθούμε σε κάποια γεγονότα, που αποδεικνύουν το υψηλό φρόνημα, τη γενναιότητα και την ψυχή των ελληνικών πληρωμάτων κατά τη διάρκεια του πολέμου:

Η πρωτόγνωρη τόλμη των πληρωμάτων των ελληνικών πλοίων «Βιργινία» και «Λέσβος», τα οποία, αψηφώντας τον αιμοσταγή εχθρό, διέσπασαν τον αποκλεισμό και εφοδίασαν την ασφυκτικά πολιορκημένη φρουρά του Τομπρούκ. Ο ανεφοδιασμός της συμμαχικής στρατιάς, που καταδίωκε ο Ρόμμελ, από το ελληνικό  φορτηγό «Ν. Κουλουκουντής», με 2.000 τόνους καυσίμων μέσα στο λιμάνι της Τρίπολης. Η μεταφορά ταχυδρομείου και μηνυμάτων στο στρατηγείο Μέσης Ανατολής είτε με καΐκια στην υπηρεσία των Γερμανών είτε με τα 400 αντιστασιακά σκάφη, που όργωναν το Αιγαίο, εκτελώντας εθνικές αποστολές.

Στις 13 Μαρτίου 1944 το ελληνικό φορτηγό «Πηλεύς», με πλοίαρχο τον Μηνά Μαυρή, ταξίδευε μόνο του στον Ατλαντικό, μεταφέροντας φορτίο για την Αργεντινή, με 35 μέλη πληρώματος και 5 άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού για να χειρίζονται τα δυο κανόνια του πλοίου. Στις 19.00 ώρα το πλοίο τορπιλίστηκε από το γερμανικό υποβρύχιο 852 με κυβερνήτη τον Χέινζ Eκ. Το φορτηγό βυθίστηκε αμέσως και όσοι πρόλαβαν έπεσαν στη θάλασσα για να σωθούν. Ο Γερμανός κυβερνήτης μαζί με άλλους 4 αξιωματικούς του, όλη τη νύχτα με πολυβόλα και χειροβομβίδες εξόντωσαν, όπως πίστευαν, όλους τους διασωθέντες από τον τορπιλισμό. Τέσσερις όμως  οι: υποπλοίαρχος Αντώνης Λιώσης, ναύτες  Αργυρός και Δημ. Κωνσταντινίδης και ο αλλοδαπός Rocco Said, διασώθηκαν κρυμμένοι σε μια σωσίβια λέμβο. Οι διασωθέντες περιπλανήθηκαν στην ερημιά του ωκεανού επί 38 ολόκληρες ημέρες. Στο διάστημα αυτής της περιπλάνησης, πέθανε από γάγγραινα ο ναύτης Δ. Κωνσταντινίδης.  Τους υπόλοιπους εντόπισε και τους διέσωσε πορτογαλικό ατμόπλοιο στις 20 Απριλίου 1944. Θύματα 37 (19 Έλληνες και 17 αλλοδαποί). Αργότερα ο Eκ και η συμμορία του συνελήφθησαν και δικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου, με βάσει τις καταθέσεις των τριών διασωθέντων, καταδικασθέντες (20 Οκτωβρίου 1945) από το έκτακτο στρατοδικείο του Αμβούργου σε θάνατο ο Εκ και δυο αξιωματικοί του, ο τέταρτος σε ισόβια και ο πέμπτος σε 15 χρόνων κάθειρξη.

Και κλείνουμε την περιήγησή μας με το εξής απίστευτο περιστατικό ανθρωπιάς: Στις 3 Οκτωβρίου 1939 το γερμανικό υποβρύχιο 35 με κυβερνήτη τον Βέρνερ Λοτ, συνάντησε το ελληνικό φορτηγό «Διαμαντής» και ο κυβερνήτης του διέταξε τον Έλληνα πλοίαρχο να αποβιβάσει το πλήρωμά του στις σωσίβιες λέμβους, γιατί θα καταβύθιζε το πλοίο. Στη συνέχεια ο κυβερνήτης και το πλήρωμα του υποβρυχίου, παρά τις ρητές διαταγές του γερμανικού ναυαρχείου, σε μια φωτεινή έκρηξη ανθρωπιάς, περισυνέλεξαν και τους 28 Έλληνες ναυτικούς, τους επιβίβασαν στο υποβρύχιο, καταδύθηκαν, τορπίλισαν το πλοίο «Διαμαντής» και καταδιωκόμενοι από αεροπλάνα της RAF, μετά από 28 ώρες πλου, κατέπλευσαν στο μικρό λιμανάκι Βέντρι της Ιρλανδίας, παραβιάζοντας την ουδετερότητα της χώρας αυτής, όπου  και αποβίβασαν με φουσκωτή βάρκα σώους τον πλοίαρχό του Πανάγο Πατέρα και τα 27 μέλη του πληρώματός του. Η αποβίβαση έγινε παρουσία πολλών κατοίκων του μικρού χωριού. Ο Βέρνερ Λοτ επισκέφτηκε ως τουρίστας πλέον το Βέντρι τον Σεπτέμβριο του 1984 και σε συνέντευξή του δήλωσε ότι παραβίασε την ιρλανδική ουδετερότητα και διέσωσε τους 28 Έλληνες στο ‘όνομα της ανθρωπότητας`.»

Ας δούμε τώρα τα μεγέθη του ελληνικού εμπορικού στόλου κατά τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, προκειμένου να αποτιμήσουμε στη συνέχεια την έκταση της συμφοράς, που άφησε πίσω του αυτός ο πόλεμος.

Στις 31 Αυγούστου 1939 ο Ελληνικός Εμπορικός Στόλος, που κατείχε παγκόσμια τη δεύτερη θέση σε χωρητικότητα πλοίων, μετά την Αγγλία, περιλάμβανε:

 – 583 σκάφη,

– 711 ιστιοφόρα με ή χωρίς βενζινομηχανή και

– 38 ή κατ’ άλλους 150 φορτηγά πλοία ελληνόκτητα υπό ξένες σημαίες.

      Πριν ακόμη εμπλακεί η Ελλάδα στον πόλεμο του ’40 τα γερμανικά θωρηκτά τσέπης είχαν ήδη καταβυθίσει 90 εμπορικά μας πλοία, συμπαρασύροντας στο βυθό 300 Έλληνες ναυτικούς. Μέσα στις πρώτες 15 ημέρες του πολέμου βυθίστηκαν 150 σκάφη μας, ανάμεσά τους όλα τα επιβατηγά, εκτός από 4, που διέφυγαν στη Μέση Ανατολή. Στη συνέχεια στη θύελλα του πολέμου, το Ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό θυσίασε το μεγαλύτερο μέρος του αριθμού των πλοίων, της χωρητικότητας και του εργατικού δυναμικού. Οι αριθμοί, που παραθέτουμε είναι εφιαλτικοί:

     Στο διάστημα από 1ης Σεπτεμβρίου 1939 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1945, σημειώθηκαν οι ακόλουθες απώλειες:

– 334 πλοία, από πολεμικές αιτίες.

– 31 πλοία, από θαλάσσια ατυχήματα.

– 32 πλοία, που κατακράτησε ο εχθρός.

– 32 πλοία, διαγραφέντα για διάφορους λόγους.

Σύνολο 429 πλοία, χωρητικότητας 1.346.500 τόνων και φυσικά σε αυτά δεν υπολογίζονται  τα ελληνόκτητα υπό ξένες σημαίες, που τότε ο αριθμός τους, κατά τις πηγές, υπερέβαινε τις 150 μονάδες.

Τα ποσοστά κατά αιτίες απώλειας, διαμορφώθηκαν έτσι:

– 30% από υποβρύχια.

– 15% από επιδρομικά σκάφη επιφανείας.

– 15% από νάρκες.

– 25% από αεροπλάνα και,

– 15% από άγνωστες πολεμικές αιτίες.

Χρονολογικά εξάλλου, οι απώλειες συνέβησαν ως εξής:

– 1940 βυθίστηκαν  70 πλοία.

– 1941 βυθίστηκαν  85 πλοία.

– 1942 βυθίστηκαν150 πλοία.

– 1943 βυθίστηκαν  80 πλοία και,

– 1944 βυθίστηκαν  40 πλοία.

Αφήσαμε για το τέλος τις εκατόμβες των απολεσθέντων Ναυτικών μας. Επίσημα οι 2.150 νεκροί Έλληνες Ναυτικοί, συνυπολογίζονται μεταξύ των 83.300 νεκρών των Ενόπλων μας Δυνάμεων, ενώ όσοι χάθηκαν εκτός των πλοίων συμπεριλαμβάνονται στους 350.000 νεκρούς Έλληνες πολίτες. Για τη σωστή εκτίμηση του εύρους της ελληνικής ανθρώπινης θυσίας στη θάλασσα, επιχειρούμε στη συνέχεια μια διεξοδικότερη προσέγγιση του θέματος.

Στις 31 Αυγούστου 1939, στα 600 περίπου με ελληνική σημαία Εμπορικά πλοία, υπηρετούσαν περισσότεροι από 20.000 Έλληνες Ναυτικοί. Παράλληλα στα πάνω από 150 ελληνόκτητα υπό ξένες σημαίες Εμπορικά πλοία, ναυλωμένα και αυτά στις διεθνείς μεταφορές των συμμάχων, το μεγαλύτερο ποσοστό των πληρωμάτων τους ήταν Έλληνες. Τέλος μεγάλος αριθμός Ελλήνων Ναυτικών χάθηκε πάνω στα ανώνυμα ιστιοφόρα, που καταβυθίστηκαν σχεδόν στο σύνολό τους, στη Μέση Ανατολή, σε βομβαρδισμούς πόλεων και λιμανιών, μέσα και έξω από την Ελλάδα, σε πλοία κατασχεμένα από τον εχθρό ή ναυλωμένα στους συμμάχους και λοιπά.

Στους 2.150 νεκρούς Ναυτικούς, που συνήθως αναφέρονται, πρέπει να προστεθούν σε αυτούς και 850 τουλάχιστον νεκροί Έλληνες Ναυτικοί, των οποίων η απώλεια προήλθε από άλλες πολεμικές αιτίες, καθώς και 18 αύτανδρες απώλειες. Ο τελικός πίνακας των απωλειών των Ελλήνων Ναυτικών σε αυτόν τον φονικό πόλεμο διαμορφώνεται ως εξής:

Νεκροί

– 2.150 νεκροί ναυτικοί σε πλοία, από πολεμικές αιτίες.

–    850 νεκροί εκτός πλοίων, από διάφορες πολεμικές αιτίες.

–      18 σε αύτανδρες απώλειες.

Σύνολο  3.018 Έλληνες Ναυτικοί.

Άλλες αιτίες

– 2.500 τραυματίες, από τους οποίους 2.000 έμειναν ανάπηροι και ανίκανοι προς εργασία.

–    645 αιχμάλωτοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και,

–    150 ναυτικοί, που παραφρόνησαν από τη φρίκη του πολέμου.

Σύνολο 3.295 Έλληνες Ναυτικοί.

Δηλαδή γενικά τα θύματα του πολέμου στην οικογένεια των Ελλήνων Ναυτικών ανέρχονται σε περίπου 6.500 ψυχές.

Αν υπολογίσουμε ότι οι απώλειες των συμμάχων σε πλοία ανέρχονται σε 4.770, συνολικής χωρητικότητας 21.000.000 τόνων, τότε η Ελληνική συνεισφορά αντιπροσωπεύει το 10% σε πλοία και το 6,8% σε χωρητικότητα, ενώ οι νεκροί Ναυτικοί μας, από κάθε αιτία πολέμου, ανέρχονται σε ποσοστό 20%, έναντι του 15% της συμμετοχής των Άγγλων ναυτικών.

Αυτή είναι συνοπτικά η γενναία συνεισφορά του Εμπορικού μας Ναυτικού και των Ελλήνων Ναυτικών στον πόλεμο 1940 – 1945, μια χωρίς προηγούμενο γιγαντιαία κατάθεση αυτοθυσίας της πλωτής Ελλάδας μας στην υπεράσπιση της παγκόσμιας ελευθερίας δια μέσου των αιώνων, η οποία πραγματοποιήθηκε με την άμεση συμβολή του Λιμενικού Σώματος στον πόλεμο 1940 – 1945. Αυτό το τεράστιο σε όγκο και αλκή δυναμικό εμπορικών πλοίων και Ελλήνων Ναυτικών,  το Λιμενικό Σώμα, κατόρθωσε να το οργανώσει, να το κινητοποιήσει, από διάσπαρτο που ήταν ανά την υφήλιο και να το εντάξει στην ενεργό μηχανή του πολέμου και έπειτα από έναν επικόν αγώνα νίκης και θριάμβου, πρωτόγνωρο στα τότε πολεμικά δεδομένα, να συντελέσει αποφασιστικά στην νικηφόρο έκβαση αυτού του πολέμου, με τις θυσίες και απώλειες, που σημειώσαμε τόσο στο Εμπορικό Ναυτικό, όσο και στο Λιμενικό Σώμα.

 Ευχαριστώ.


About the Author



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑